Της Βασιλικής Πολίτου
Δεν υπάρχει μια ηλικία, μετά από την οποία ο άνθρωπος συμφιλιώνεται, υποφερτά έστω, με την απώλεια του γονιού. Η σχάση που τελείται στην ψυχή είναι εκκωφαντική· μοιάζει με το κενό που χάσκει, γιατί σπάει το πλαίσιο που τον ορίζει. Κουβαλώντας στις πλάτες του αυτήν την πρόωρη άβυσσο, τότε – και μόνο τότε – ο άνθρωπος ενηλικιώνεται.
Μόλις δεκαοκτώ Μαΐων ήταν ο Ιωάννης Παπάφης όταν έχασε τον πατέρα του Νικόλαο, μεγαλέμπορο της εποχής. Ευτύχησε να τον ζήσει και να τον γνωρίσει ουσιαστικά δυο χρόνια όλα κι όλα, όταν εγκαταστάθηκε κοντά του στη Σμύρνη, μετά την ολοκλήρωση των εγκύκλιων σπουδών του στη Θεσσαλονίκη το 1808. Όσο οδυνηρά εγγράφηκε μέσα του ο βίαιος αποχωρισμός του πατρός, άλλο τόσο ευτυχέστερη ονειρεύτηκε να κάνει τη ζωή χιλιάδων απόρων και ορφανών. Να τους προσφέρει στέγη, σίτιση και παιδεία μέσα από μια νέα οικογένεια, όπως την οριοθέτησε το Παπάφειο Ορφανοτροφείο «Ο Μελιτεύς».
Αν και στη διαθήκη του ο μεγάλος ευεργέτης προέβλεπε το ίδρυμα να φέρει την ονομασία «Ο Μελιτεύς», προς τιμήν της δεύτερης, θετής του πατρίδας, της Μελίτης (Μάλτας), όπου έζησε από τα δεκαοκτώ του έως τον θάνατό του, σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών, οι Θεσσαλονικείς διέγνωσαν το πραγματικό αποτύπωμα της προσφοράς του συμπατριώτη τους. Και το απέδωσαν απλά και ουσιαστικά: στο όνομά του.
Η Άνοιξη των Χριστουγέννων
«Ο Παπάφης αγόρασε το οικόπεδο το 1883 από έναν Οθωμανό μεγαλοκτηματία, με την ανέγερση του κτηρίου να ξεκινάει δέκα χρόνια αργότερα, μέχρι την ολοκλήρωσή του το 1903. Καταλαμβάνει 7.000 τ.μ. στο κεντρικό οικόπεδο που περικλείεται από τις οδούς Συμεωνίδη, Παπάφη, Λαμπράκη και Κατσιμίδη», μας ενημερώνει ο κ. Γρηγόρης Μανδαλχής, που αισθάνεται βαθιά συγκίνηση κάθε φορά που περνάει έξω από το Παπάφειο, καθώς ξυπνούν μέσα του οι ζωντανές μνήμες του παππού του, που μεγάλωσε στο Ορφανοτροφείο.
«Σε ένα καλαθάκι, τυλιγμένο με μια κουβερτούλα βρήκαν και περιέθαλψαν το ενός έτους βρέφος, που έκλαιγε με αναφιλητά μπροστά στο πρόπυλο με τους ιωνικούς κίονες. Ήταν τέτοια εποχή, Χριστούγεννα, που πέθαναν και οι δυο του γονείς, ενώ η μόνη οικογένεια που γνώρισε ο παππούς μου ήταν τα άλλα ορφανά και οι δάσκαλοι του Παπαφείου. Παρά το μόνιμο παράπονό του, που δεν είχε μητρικές θύμησες ή πατρικά ακούσματα, κατ’ ουσίαν τα αναπλήρωσε υποκαθιστώντας τα με τις ισχυρές παιδαγωγικές αξίες, που του εμφυσούσαν στα πρώτα σχολικά χρόνια, που μάθαινε γραφή και ανάγνωση. Μέχρι τις πολλές τεχνικές γνώσεις που του δίδαξαν για να καταφέρει μεγαλώνοντας να γίνει ένας πρώτης τάξεως αυτοκινητιστής», περιγράφει ο εγγονός από κόρη κ. Γρηγόρης, που απασχολείται ως τεχνολόγος ζωικής παραγωγής, συνεχίζοντας την παράδοση της τεχνολογικής κλίσης της οικογένειάς του.
Οι κάτοικοι μόνιμοι φρουροί
«Μόνο ευεργεσία έχει προσφέρει το Ορφανοτροφείο, που εδώ και πάνω από έναν αιώνα συνεχίζει να στηρίζει και να φροντίζει παιδιά και εφήβους, ορφανούς ή άπορους τροφίμους», μας εξηγεί ο κ. Κώστας Παξιμαδάς, που ζει στη γειτονιά από το 1972, όταν μετακόμισε με τους γονείς του και έκτοτε έκανε εδώ τη δική του οικογένεια.
«Για τους κατοίκους, το ίδρυμα, αλλά και η διατήρηση της λειτουργίας του για παιδαγωγικούς και ευαγείς σκοπούς, είναι όρος sine qua non. Γι’ αυτό, άλλωστε, οι κάτοικοι και δημότες της περιοχής στάθηκαν αναφανδόν στο πλευρό της διοίκησης του Ιδρύματος και απέναντι από την εταιρεία Αττικό Μετρό Α.Ε. κατά τη νομική τους διαμάχη, για το εάν ήταν σύννομη η αναγκαστική απαλλοτρίωση μέρους του κήπου του Παπαφείου, για τις ανάγκες κατασκευής του σταθμού “Παπάφη” του Μετρό. Η σύγκρουσή τους μάλιστα είχε φτάσει μέχρι το Συμβούλιο της Επικρατείας. Μέχρι να επιτευχθεί η μεταξύ τους συμφωνία, να διατηρήσει το δικαίωμα χρήσης συγκεκριμένων τμημάτων η εταιρεία, αλλά με “συστάσεις δουλείας”, όπου το ίδρυμα διατηρεί την κυριότητα της έκτασης, επικρατούσε αναβρασμός στην πόλη», μας θυμίζει ο κ. Κώστας, επισημαίνοντας ότι ενεργοποιούνται τα αντανακλαστικά του κόσμου κάθε φορά που εγείρεται ζήτημα προστασίας ενός ιστορικού χώρου.
Μας μιλάει, παράλληλα, για τις αλλαγές στην περιοχή, για τους γεμάτους από μικρομάγαζα δρόμους, κάτω από το Παπάφειο, που συνέθεταν κατά το παρελθόν την καθημερινότητα των κατοίκων. «Η αγορά μας ήταν σε αυτούς τους δρόμους, με τα μπακάλικα και τα μανάβικα της γειτονιάς, που όμως μετά την οικονομική κρίση έκλεισαν και μετατόπισαν την αγορά της Παπάφη στη Λεωφόρο Στρατού πλέον. Η μεγαλύτερη απογοήτευση, ωστόσο, που βιώσαμε συλλογικά οι κάτοικοι ήταν το κλείσιμο της ιστορικής ταβέρνας “Ο Κόκκινος” πάνω στην Κορυτσάς, η οποία είχε απλωμένα στη σειρά τεράστια βαρέλια με ρετσίνα και κοκκινέλι, σερβίροντάς τα από το μεσημέρι μέχρι πρωίας».
Πίνοντας λιγάκι παραπάνω οι παλιοί Θεσσαλονικείς, αντιμετώπιζαν τη ζωή με στωικότητα και δεν δυσανασχετούσαν μπροστά στις δυσκολίες, γιατί, όπως εξηγεί ο κ. Κώστας, ήξεραν πως όλα είναι για τους ανθρώπους, και τα καλά και τα άσχημα.
Ελπίδα για καλύτερες μέρες
«Έχουμε πάντα την ελπίδα ότι θα έρθουν καλύτερες ημέρες για όλους μας. Αλλά χρειάζεται να επανακαθορίσουμε το κοινό καλό και να εργαστούμε με πίστη για αυτό», τονίζει ο κ. Αιμίλιος Παλάτος, ψυχολόγος στο επάγγελμα και, το σημαντικότερο, εν αναμονή πατέρας. Ζει τα τελευταία χρόνια επί της Κλεάνθους, ενώ κάνει την απογευματινή του γυμναστική γύρω από το τεράστιο οικόπεδο του Παπάφειου.
«Η περιοχή προσφέρεται για ήρεμες βόλτες και τώρα σκέφτομαι πού θα πρωτοβολτάρουμε την κόρη μας, που θα έρθει με το καλό», λέει, κάνοντας όνειρα για το μέλλον της οικογένειάς του ο κ. Αιμίλιος, ενόσω παρατηρούμε τους μικρούς τροφίμους του Παπαφείου να πηγαίνουν να ανάψουν ένα κεράκι στην Εκκλησία του Ιωάννη Προδρόμου, που βρίσκεται εντός του Ορφανοτροφείου. Και να γεμίζουν τον χώρο με παιδικές χαρούμενες φωνές.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»