της Βασιλικής Πολίτου
Κάθε πόρτα του οικοδομήματος ξεκλειδώνει και μια ιστορία. Σαν αυτές που έζησε η Θεσσαλονίκη λίγα χρόνια πριν, αλλά και μετά από την απελευθέρωσή της. Τα παράθυρα της στοάς, που ανοίχτηκαν κατά το παρελθόν -από το 1907 μέχρι το 1909, όταν ολοκληρώθηκε η κατασκευή της Tράπεζας Μαλακοπή, κατά τις επιθυμίες των εμπόρων και τραπεζιτών της Καππαδοκίας- έχουν για ομορφιά στο μέτωπο τους νεοκλασικά υπέρθυρα, συχνά σε μορφή αετώματος ή και ελαφριάς καμπύλης.
Όπως απλώνονται θυμίζουν τις ανάλαφρες μπούκλες μιας Belle Époque δεσποινίδος, που αποπνέει τον αέρα της τότε εκλεκτικιστικής αισθητικής, που εφάρμοζε δημιουργικά ο Βιταλιάνο Ποζέλι, ο μεγάλος Ιταλός αρχιτέκτονας που μπαινόβγαινε στην Υψηλή Πύλη του Σουλτάνου φέρνοντας εις γάμου κοινωνίαν τη νεοκλασική νόρμα – με τους κίονες και τα αετώματα- με τις σύγχρονες για την εποχή αστικές τάσεις, που διψούσαν να είναι πέρα από όμορφες και λειτουργικές! Το δακτυλικό αποτύπωμα που άφησε, καθόρισε και τη δραστηριότητα της περιοχής.
Οι τοίχοι αφηγούνται, πως στην καρδιά του Φραγκομαχαλά, της υπό οθωμανική κατοχή Θεσσαλονίκης, δεν έκανε μονάχη της κουμάντο η τράπεζα. Κι ας άφηνε για «κράχτες», στους δρόμους που περικύκλωναν την πλατεία Χρηματιστηρίου, όπως λεγόταν και λέγεται ακόμα, τους αυτοαποκαλούμενους χρηματιστές, που πουλούσαν αέρα κοπανιστό στους διερχόμενους, μόνο και μόνο για να προσελκύσουν τους κυρίους με τα βαριά χαρτοφυλάκια, με απώτερο σκοπό να τα εμπιστευτούν στο θησαυροφυλάκιο της Τράπεζας. Το ήξερε και ο Μισραχή – ο οποίος παρεμπιπτόντως πήρε περί το 1920 εξ ολοκλήρου την ιδιοκτησία της τράπεζας, μετατρέποντάς την πια αποκλειστικά σε εβραϊκών συμφερόντων – ότι οι «αεριτζήδες», κάνουν δουλειά για την τράπεζα, ανταλλάσσοντας μετοχές ενός Χρηματιστηρίου που δεν υπήρχε, κι έτσι σκέφτηκε να κάνει ένα βήμα προς τα εμπρός. Γι΄ αυτό λοιπόν αποφάσισε να λειτουργεί στο ισόγειο και η παράλληλη αγορά. Αυτή με τους εμπόρους και τους παλιούς τεχνίτες.
Το ρολόι σταμάτησε, η ζωή συνεχίζεται
Και λίγο προτού μπούμε στη Στοά Μαλακοπή, με το αίσθημα ενός ανθρώπου λίγο πριν ανταμώσει με τον παλιόφιλό του, σηκώνουμε ψηλά τα μάτια μόνο και μόνο για να δούμε το ρολόι του κτηρίου. «Σπασμένο είναι. Σταμάτησε να λειτουργεί μετά τον καταστροφικό σεισμό του ‘78 κι έκτοτε σταμάτησε η ώρα στη γειτονιά, που δεν γνωρίζει από φως και σκοτάδι, παρά μόνο από ζωή κι έρωτα», μάς εξηγεί η κ. Χριστίνα Πεϊνιρτζή, που διατηρεί τα τελευταία 5 χρόνια το μαγαζί με είδη λαϊκής τέχνης «Kalliston Art Design». Δραμινιά στην καταγωγή, ήρθε Θεσσαλονίκη 20 ημερών.

«Κι ας έχω ζήσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου εδώ, στη Δράμα γεννήθηκα κι εκείνη με ορίζει». Η διακοσμήτρια εσωτερικού και εξωτερικού χώρου ανατρέχει στα χρόνια των σπουδών της στον Όμιλο Δημητρέλη, που πλέον έχει κλείσει. «Ήταν αξιαγάπητος ο ιδιοκτήτης. Σε στιλ έφερνε προς τον Ωνάση. Πληθωρικός και γαλαντόμος στην ποιότητα της εκπαίδευσης που παρείχε η σχολή, χαιρόταν σαν μικρό παιδί κάθε φορά που οι σπουδαστές του πρόκοβαν. Όπως ο Ηρακλής Δούκας που ξεχώριζε». Η κ. Χριστίνα μάς κάνει ένα μικρό tour στους σταθμούς της επαγγελματικής της ζωής που την σημάδεψαν, με την πλέον γλυκιά να είναι η επαγγελματική της δραστηριότητα στο Ρέθυμνο, εκεί που διατηρούσε μαγαζί για δέκα ολόκληρα χρόνια. «Κι ήμουν στο πλέον κεντρικό σημείο, στα Βρυσάκια, αν γνωρίζετε, επί της Αραμπατζόγλου. Ωστόσο, ο κύκλος κάτω στο νησί έμελλε να κλείσει, ώστε να επιστρέψω με φόρα στην καρδιακή αγκαλιά της φτωχομάνας μας. Και μην γελιέστε! Παραμένει φτωχομάνα η Θεσσαλονίκη, ενώ δεν της πρέπει. Οι επαγγελματίες δυσκολευόμαστε πάρα πολύ και δεν σας κρύβω πως αν το 70% των έργων δεν ήταν δικά μου και εμπορευόμουν μόνο, θα είχα κλείσει. Δείτε τι γίνεται σε Βασ. Ηρακλείου, Τσιμισκή, Μητροπόλεως. Τόσα καταστήματα κάθονται ερμητικά κλειστά τα τελευταία χρόνια», λέει με ένα και με δυο παράπονα, ενόσω αρχίζουμε να χαζεύουμε τις δικές της δημιουργίες, με πρώτες τις ζωγραφιές που απεικονίζουν τις Νύμφες της. Καθεμιά και διαφορετική, με άλλα χαρακτηριστικά κι ας μοιάζουν μεταξύ τους εκ πρώτης όψεως.
Έρωτας βγαλμένος από παραμύθι!
Όλοι οι επιχειρηματίες και οι εργαζόμενοι στη Στοά εμπνέονται από την υπεραιωνόβια εμπορική δραστηριότητα της πλατείας Χρηματιστηρίου, αλλά και αντιτίθενται σθεναρά στην απομάγευση του κόσμου, καθώς η ιστορία γενέσεως του κτηρίου είναι μια ιστορία που πάει κόντρα στη λογική και την ηθική του τότε. «Και του σήμερα, θα μου επιτρέψετε να σας πω, καθώς ο όποιος εκκολαπτόμενος ή ολοκληρωμένος έρωτας ενός κοινού θνητού με μοναχή, ακόμα και δόκιμη, σκανδαλίζει και στις μέρες μας τις κοινωνίες», μας εξηγεί ο ψυχολόγος Απόστολος Τριανταφύλλου, που ανατρέχει στις ιστορικές και κοινωνικο-ηθικές διακυμάνσεις, της έννοιας του απαγορευμένου καρπού.

«Το μόνο σίγουρο είναι πως αν ο Ποζέλι δεν είχε τη σύμφωνη γνώμη του Σουλτάνου, να κλέψει τη δόκιμη καλόγρια Λουίζα Σανκιόνι, δεν θα επέστρεφε Θεσσαλονίκη για να φιλοτεχνήσει το σπουδαίο αυτό αρχιτεκτόνημα». Η ιστορία θέλει τον 50χρονο και πλέον φτασμένο αρχιτέκτονα, να απεκδύεται τα όποια σημάδια αντίστασης, σαν άλλος Οδυσσέας που υποκύπτει στις Σειρήνες, ακούγοντας την αγγελική φωνή της 18χρονης Λουίζας, ενόσω έψαλλε ύμνους στην καθολική μονή του Αγίου Στεφάνου. «Στον έρωτα που σε κατακλύζει, να απαντάς με αγάπη και προς τον εαυτό σου! Για να έχεις σώας τας φρένας», λέει ο κ. Απόστολος, που θα ήθελε μέχρι τα 30 του να κάνει οικογένεια, εξηγώντας μας ότι ο καθένας μας πρέπει να ρισκάρει για να πετύχει το λαχείο του γάμου, αλλά, παράλληλα, να αφιερώσει μια δίχρονη κατ’ ελάχιστον περίοδο γνωριμίας και επαφής, με τον άνθρωπο που του κάνει ένα κλικ παραπάνω.
Η «γενιά Ζ» μιλάει δυνατότερα για να ακουστεί
Η νέα γενιά που κάνει σχέδια για το μέλλον εδώ συχνάζει. Από τους πελάτες της περιοχής, πέριξ της Βαλαωρίτου και της Συγγρού, μέχρι τους εργαζομένους στα μαγαζιά, που δίνουν τον τόνο μιας γενιάς που δεν ομφαλοσκοπεί ούτε στο ελάχιστο. Δύο δε χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι αυτές του Ξενοφώντα Μουρατίδη, που δουλεύει στο all-day μαγαζί Shaka, που ονομάστηκε έτσι εις ανάμνηση του αρχαίου πολεμιστή της φυλής των Ζουλού, και του Γεωργίου Φαχιρίδη, που εργάζεται επίσης στην υποδοχή του Arcade, επί της Βηλαρά, του μαγαζιού με τα μεγάλα μοναστηριακού τύπου τραπέζια στο βάθος της στοάς.

Με σπουδές logistics ο πρώτος και πολιτικών επιστημών ο δεύτερος, σχεδιάζουν το κοντινό επαγγελματικό τους μέλλον στην Ελλάδα, χωρίς ωστόσο να αποκλείουν τη μεγάλη έξοδο στο εξωτερικό. «Κι αυτή είναι η δυσκολία που καλείται να αντιμετωπίσει η δική μας η γενιά, η ‘’γενιά Ζ’’, που θέλει να μείνει στον τόπο της, αλλά οι πολιτικές που ακολουθούνται την αποθαρρύνουν», λένε και οι δύο με ενιαία φωνή, όπως αρθρώνεται πλέον συμπαγέστερα και πιο διεκδικητικά από τα παιδιά αυτά, που δεν έζησαν εποχή αθωότητας ή μιας κάποιας ψεύτικης ευμάρειας.

Αλλά τη φωνή τους πρέπει να την ακούσουμε. Γιατί είναι η φωνή του μέλλοντος και της συνέχειας της Ελλάδας…
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»