Τέλος στην τριτοκοσμική κατάσταση, που εδώ και χρόνια επικρατεί σε μεγάλες περιοχές δήμων της δυτικής Θεσσαλονίκης, επιχειρούν να βάλουν οι αρμόδιοι. Πρόκειται για αυτό, που η Θεσσαλονίκη -εδώ και τουλάχιστον τρεις δεκαετίες- έμαθε να αποκαλεί «νεκροταφείο βαγονιών», με περίπου 2.500 βαγόνια να βρίσκονται εγκαταλειμμένα κατά μήκος παλιών σιδηροδρομικών γραμμών, κυρίως σε περιοχές των δήμων Δέλτα και Χαλκηδόνας.
Σύμφωνα μάλιστα με πληροφορίες της εφημερίδας «Θ», ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στο 1/4 των εγκαταλειμμένων βαγονιών όλης της Ελλάδας, τα οποία ανέρχονται σε περίπου 10.000.
Εδώ και χρόνια, η δυτική Θεσσαλονίκη και περιοχές της, όπως η Γέφυρα, τα Διαβατά, η Μαγνησία, «στενάζουν» από αυτή τη γάγγραινα, όχι μόνο λόγω της άσχημης εικόνας, αλλά κυρίως από υγειονομικής άποψης. Σε αυτά τα παλιά βαγόνια, που όλα αυτά τα χρόνια έχουν μετατραπεί σε σκουπιδότοπο, βρίσκουν καταφύγιο περιθωριακοί, αλλά και επιτήδειοι, που ήδη τα ξεγύμνωσαν από όσα ανακυκλώσιμα υλικά μπορούσαν να πάρουν.

Ωστόσο, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, σήμερα, μετά από πολλά χρόνια απραξίας, φαίνεται πως η λύση δρομολογείται. Ήδη από σχετική ενημερωτική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε πριν περίπου έναν μήνα στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδος, με θέμα την επανεκκίνηση του Δυτικού Προαστιακού Θεσσαλονίκης, ο διευθύνων σύμβουλος του ΟΣΕ, Χρήστος Παληός, είχε αναφερθεί στο μεγάλο έργο του Προαστιακού, συμπληρώνοντας πως επόμενο βήμα είναι να γίνει ένα σημαντικό σκραπ, για να ανασάνει η περιοχή του δήμου Δέλτα από τα χιλιάδες εγκαταλειμμένα βαγόνια.
Οι δήμαρχοι
Με αλλεπάλληλες επιστολές τους σε όλους τους αρμόδιους, οι δήμαρχοι Δέλτα, Γερακίνα Μπισμπινά και Χαλκηδόνος, Σταύρος Αναγνωστόπουλος καταγράφουν την τραγική κατάσταση, ζητώντας λύσεις.

«Ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Γέφυρας στα νότια του οικισμού, σε μια έκταση ιδιοκτησίας της ΓΑΙΑΟΣΕ, διασταυρώνεται με την παλαιά εθνική οδό Θεσσαλονίκης – Ευζώνων με λειτουργία ισόπεδης διάβασης, από την οποία διέρχονται καθημερινά χιλιάδες άνθρωποι και διακινούνται σημαντικά φορτία. Παράλληλα, πολύ κοντά στα 400-500 μέτρα βρίσκονται το Στρατιωτικό Μουσείο Βαλκανικών Πολέμων και ο αρχαιολογικός χώρος της Τούμπας ‘’Τόψιν’’. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η έκταση είναι πολύ κοντά στον οικισμό, η κατάστασή της είναι τραγική, από πλευράς συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας», επισημαίνει, μεταξύ άλλων, σε επιστολή… απόγνωσης, που στέλνει προς το αρμόδιο υπουργείο και τις εταιρίες ΟΣΕ και ΤΡΑΙΝΟΣΕ ο Σταύρος Αναγνωστόπουλος, τους πρώτους μήνες του 2025.
Στην πραγματικότητα, βέβαια, ο δήμαρχος επαναφέρει επιστολή που είχε στείλει πριν από 2,5 χρόνια με τα ίδια αιτήματα, καθώς, όπως τονίζει, «δυστυχώς και ενώ έχουν παρέλθει πάνω από δύο έτη από την αναφορά μας, ουδεμία ενέργεια και παρέμβαση έγινε στο χώρο»…
«Εντός της ζώνης του σταθμού», γράφει, «υπάρχουν 4-5 σιδηροδρομικές λωρίδες, οι οποίες είναι κατειλημμένες εδώ και πάρα πολλά χρόνια, με εκατοντάδες βαγόνια σε αχρηστία, έχοντας δημιουργήσει μία πολύ επικίνδυνη κατάσταση από θέμα ασφάλειας και υγείας. Τα βαγόνια αποτελούν πλέον εστίες μόλυνσης και απόθεσης απορριμμάτων, ενώ λειτουργούν και ως καταφύγια περιθωριακών ατόμων. Επίσης, δημιουργούν κινδύνους πρόκλησης σοβαρών ατυχημάτων, λόγω του ότι είναι σταθμευμένα σε θέσεις, που από πάνω τους και σε χαμηλό ύψος, διέρχονται καλώδια υψηλής τάσης που εξυπηρετούν την ηλεκτροκίνηση των συρμών».
Κίνδυνος για την υγεία
Αλλά και η δήμαρχος Δέλτα, Γερακίνα Μπισμπινά, λίγες μέρες μετά την ανάληψη των καθηκόντων της, στις 17 Ιανουαρίου του 2025, στέλνει ανάλογη επιστολή.
«Ο δήμος Δέλτα τα τελευταία τριάντα χρόνια αντιμετωπίζει ένα συνεχές πλήγμα περιβαλλοντικής υποβάθμισης από τα δεκάδες ακινητοποιημένα βαγόνια που βρίσκονται σταθμευμένα στα Διαβατά και τη Νέα Μαγνησία, πάνω σε ράγες που δεν βρίσκονται πλέον σε χρήση, δίπλα και παράλληλα της εμπορευματικής σιδηροδρομικής γραμμής. Με την πάροδο του χρόνου η περιοχή αυτή έχει μετατραπεί σε ένα άτυπο και επικίνδυνο ανοιχτό αποθηκευτικό χώρο σιδερικών, που αποτελεί εστία μόλυνσης για την ευρύτερη περιοχή, με επικίνδυνες υγειονομικές προεκτάσεις για τους κατοίκους και το περιβάλλον», γράφει η δήμαρχος και συνεχίζει: «Τα παλιά βαγόνια αυτά, τα οποία βρίσκονται σε απόσταση μόλις ελαχίστων μέτρων από τα πρώτα σπίτια της κοινότητας των Διαβατών, είναι εγκαταλελειμμένα από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, με τον Ο.Σ.Ε. να αδιαφορεί διαχρονικά για την συντήρησή τους και για την καθαριότητα του χώρου».

Όπως εξηγεί η δήμαρχος, «στα σκουριασμένα, πλέον, βαγόνια διαμένουν ανά διαστήματα άστεγοι και παράτυποι μετανάστες θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία αλλά και τη ζωή τους».
Η λύση που προτείνεται
Σύμφωνα με τις πληροφορίες της «Θ», «εξετάζεται να γινει ανακύκλωση επί του πεδίου, για να επιταχυνθεί η διαδικασία και να μεγιστοποιηθεί το ανακυκλώσιμο προϊόν». Το ζήτημα είναι περίπλοκο, κυρίως λόγω της εμπλοκής πολλών φορέων, αλλά και διαφόρων υλικών που πρέπει να ανακυκλωθούν, με αποτέλεσμα να απαιτείται προσοχή στον σχετικό διαγωνισμό που θα προκηρυχθεί.
Ωστόσο, μετά από πολλά χρόνια, φαίνεται πως είναι η πρώτη φορά που η λύση είναι πιο κοντά από ποτέ, κυρίως λόγω του ότι με νομοθετική ρύθμιση πλέον όλο το τροχαίο υλικό των σιδηροδρόμων αποφασίστηκε να περιέλθει στην ιδιοκτησία του ΟΣΕ. Η ρύθμιση αυτή που δρομολογήθηκε από τον αναπληρωτή υπουργό Μεταφορών, Κ. Κυρανάκη, απλοποιεί τις διαδικασίες, με αποτέλεσμα ο σχετικός διαγωνισμός να προχωρά εντός του 2026.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»