Του Ευάγγελου Χεκίμογλου
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1941 «ενέσκηψε βαρύτατος χειμών και έπεσε άφθονος χιών». Στο εσωτερικό της Μακεδονίας το χιόνι ξεπέρασε το ένα μέτρο. Το θερμόμετρο μέσα στη Θεσσαλονίκη έδειξε 10 βαθμούς υπό το μηδέν. Οι χιονισμένοι δρόμοι πάγωσαν, καθώς φυσούσε ο Βαρδάρης. Τα περισσότερα νοικοκυριά δεν είχαν πλέον θέρμανση και οι Θεσσαλονικείς έμεναν κάτω από τα παπλώματα, ντυμένοι με τα ρούχα τους.
Η Γενική Διεύθυνση Επισιτισμού (ο νεοσύστατος συντονιστικός φορέας που είχε ιδρύσει ο νέος γενικός διοικητής Μακεδονίας Β. Σιμωνίδης, μετά την αποπομπή του στρατηγού Ραγκαβή) ανακοίνωσε ότι στους αρτοποιούς διανεμήθηκε αλεύρι για τρεις μέρες, ώστε την 31η Δεκεμβρίου να διαθέσουν ψωμί και για την Πρωτοχρονιά. Ο μηχανισμός διανομής στηριζόταν αποκλειστικώς στην αστυνομική επιτήρηση.
Την ίδια μέρα, ο πρόεδρος των υπαλλήλων καταστημάτων τροφίμων και ο υπάλληλος ενός αρτοποιείου της Τριανδρίας -δηλαδή ενός απόμακρου σημείου με τα μέτρα της εποχής και άρα μη εποπτευόμενου από την αστυνομία- κατήγγειλαν ότι ο ιδιοκτήτης του αρτοποιείου πούλησε στη μαύρη αγορά τρία σακιά από εκείνα που του δόθηκαν για αρτοποίηση. Επίσης, συνελήφθησαν δύο τυπογράφοι που είχαν τυπώσει πλαστά κουπόνια τροφίμων.
Τα λεμόνια ήταν η μοναδική πηγή βιταμινών. Ο Σύνδεσμος Εμπόρων Οπωρών και Εσπεριδοειδών ειδοποίησε βάσει καταλόγου προτεραιότητας 120 μέλη του να παραλάβουν από τα γραφεία του Συνδέσμου λεμόνια προς 9 δραχμές το τεμάχιο. Η τιμή πώλησης στο κοινό ορίστηκε σε 10 δραχμές, αλλά «ανά εν τεμάχιον κατ’ άτομον». Άγνωστο πότε θα ήταν διαθέσιμο το επόμενο.
Ουρές μέσα στο ψύχος λόγω γραφειοκρατίας
Η διανομή των ελάχιστων τροφίμων γινόταν πάντοτε με αντίτιμο. Ακόμη και η μερίδα του ψωμιού για τους απόρους κόστιζε μία δραχμή. Αλλά το μεγαλύτερο κόστος για τους πεινασμένους ήταν οι διατυπώσεις και η γραφειοκρατία, που σήμαιναν ουρές μέσα στο ψύχος. Την ίδια μέρα που συνέβαιναν όσα αναφέραμε, η Γενική Διεύθυνση Επισιτισμού ανακοίνωσε ότι για την προμήθεια νέων δελτίων άρτου, εν όψει εξάντλησης των παλαιών, «άπαντες οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας» θα έπρεπε να προμηθευτούν με δελτία ταυτότητας μέχρι τις 12.1.1942, δηλαδή μέσα σε 12 μέρες! Και η ανακοίνωση κατέληγε: «Ουδείς θα λάβη δελτίον άρτου αν δεν παρουσιάση το δελτίον ταυτότητός του». Ειδικά για τους απόρους, η παραπάνω υπηρεσία διέταξε την ανταλλαγή των κουπονιών που είχαν στα χέρια τους με νέα δελτία μέσω των διευθυντών των σχολείων.
Το κίνητρο για τους απόρους να βγουν μέσα στο χιόνι και να περιμένουν στις ουρές ήταν η υπόσχεση ότι πολύ σύντομα επρόκειτο να «καταστή εφικτή η έναρξις λειτουργίας των συσσιτίων παρακαμπτομένων των ολίγων δυσχερειών συνεπεία των οποίων αναγκαστικώς θα καθυστερήση η έναρξις».
Η πείνα είχε και πολιτικές πτυχές που αφορούσαν τη μεγάλη ποσότητα σιτηρών από την Αυστραλία, την οποία είχε παραγγείλει και πληρώσει -πριν από την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα- το ελληνικό κράτος.
Την αποστολή τους στην Ελλάδα εμπόδιζε η Βρετανία, επικαλούμενη το ενδεχόμενο να κατέληγαν στα χέρια των Γερμανών. Οι γερμανικές αρχές κατοχής εγγυήθηκαν στον Ερυθρό Σταυρό ότι δεν θα αναμειγνύονταν στη διανομή, αλλά η Βρετανία διατηρούσε τις επιφυλάξεις της, παρά τις συνεχείς εκκλήσεις της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης και ειδικά του πρωθυπουργού Εμμανουήλ Τσουδερού.
Η αντι-αγγλική προπαγάνδα δεν έχασε την ευκαιρία να επισημάνει ότι η Βρετανία όχι μόνον είχε παρασύρει την Ελλάδα σε έναν ανώφελο γι’ αυτήν πόλεμο, αλλά τώρα την ωθούσε σε λιμό, τονίζοντας την ανικανότητα της εξόριστης «κυβέρνησης των περιηγητών» να στείλει το σιτάρι. Από την άλλη πλευρά, η αγγλική προπαγάνδα επισήμανε τόσο την ανικανότητα της κατοχικής κυβέρνησης να ελέγξει την οικονομία όσο και την ιδιοποίηση των προϊόντων εκ μέρους των Γερμανών.
Η προπαγάνδα δεν έφερνε ψωμί στο τραπέζι. Ελάχιστα άγγιζε τους πεινασμένους Θεσσαλονικείς που έκαναν ουρά για ένα λεμόνι τη χιονισμένη Πρωτοχρονιά του 1942.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»