Ο Στέλιος Διονυσίου είναι ένας ερμηνευτής με βαθιά λαϊκή ταυτότητα και ξεχωριστό προσωπικό ηχόχρωμα, που έχει καταφέρει να συνδέσει το όνομά του με τη σύγχρονη πορεία του ελληνικού τραγουδιού. Άνθρωπος σταράτος, πολυπράγμων και με συνεχή διάθεση για δημιουργία, συνεχίζει με σεβασμό και συνέπεια μια σπουδαία μουσική κληρονομιά. Με αφορμή τις εμφανίσεις του στη Θεσσαλονίκη, μας μιλά για το λαϊκό τραγούδι που ενώνει γενιές, τις συνεργασίες που γίνονται οικογένεια, τη νύχτα που αλλάζει αλλά δεν χάνει την ψυχή της και τη μάχη να μείνει κανείς αυθεντικός μέσα σε έναν κόσμο που «τρέχει».
Τα τελευταία δέκα χρόνια εμφανίζεστε στο «Περιβόλι τ’ ουρανού» στην Πλάκα, παρέα με τον Χρήστο Νικολόπουλο, την Πίτσα Παπαδοπούλου και την Ελεάνα Παπαϊωάννου. Τι «τρέφει» αυτή τη συνεργασία όλα αυτά τα χρόνια;
Είναι μια μαγική περίοδος της ζωής μου. Όταν συναντιέσαι με τον μεγαλύτερο λαϊκό συνθέτη της Ελλάδας, τον Χρήστο Νικολόπουλο και με μια σπουδαία τραγουδίστρια, την Πίτσα Παπαδοπούλου, θεωρώ ότι αυτό είναι το μεγαλύτερο σχολείο για τη δουλειά μας. Μαθαίνεις καθημερινά πολλά πράγματα από αυτούς τους ανθρώπους, που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στο ελληνικό λαϊκό τραγούδι. Είναι πραγματικά ευλογία που βρίσκομαι δίπλα τους. Με τον Χρήστο Νικολόπουλο συνεργαζόμαστε εδώ και είκοσι -είκοσι πέντε χρόνια, κάνοντας κατά καιρούς συναυλίες και εμφανίσεις σε μαγαζιά της Αθήνας. Τον νιώθω πλέον οικογένειά μου. Τον αισθάνομαι σαν πατέρα μου. Δεν σου κρύβω ότι συζητάμε για πολλά πράγματα, επαγγελματικά και προσωπικά. Με συμβουλεύει συχνά και τον έχω πολύ βαθιά στην καρδιά μου. Τον αγαπώ πάρα πολύ και τον εκτιμώ απεριόριστα. Και τώρα που θα ανέβουμε στη Θεσσαλονίκη, θα είμαστε όλη μέρα μαζί, θα πιούμε τον καφέ μας, θα πάμε να φάμε, θα είμαστε συνεχώς παρέα. Είναι μια όμορφη συνθήκη, όπου λειτουργούμε σαν ομάδα. Γελάμε πολύ, κάτι που είναι εξαιρετικά σημαντικό στις συνεργασίες. Το χιούμορ μεταξύ όλων των καλλιτεχνών και των μουσικών μας είναι άφθονο. Είμαστε μια πολύ δυνατή ομάδα, μαζί και με την Ελεάνα Παπαϊωάννου, που είναι τα τελευταία χρόνια κοντά μας και την αγαπάμε πολύ. Αυτό που μας ενώνει όλους είναι το καλό λαϊκό τραγούδι.
Στο Vergina Theatro τι τραγούδια θα ακούσουμε;
Πέρα από τις συνθέσεις του μαέστρου που είναι αγαπημένα τραγούδια -το ένα καλύτερο απ’ τ’ άλλο- με τα οποία έχουμε μεγαλώσει, έχουμε κλάψει, έχουμε χωρίσει, έχουμε αγαπήσει, το πρόγραμμα περιλαμβάνει κι άλλους πολύ μεγάλους σύνθετες όπως είναι ο Ξαρχάκος, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις, ο Τσιτσάνης, ο Ζαμπέτας, ο Παπαϊωάννου και εννοείται ότι θα πούμε και δικές μας επιτυχίες, τραγούδια που έχει αγαπήσει ο κόσμος και μας έχει γνωρίσει.
Ποιο συναίσθημα θέλετε νιώσει ο κόσμος φεύγοντας από τις βραδιές αυτές;
Πιστεύω πως για δύο ώρες και δεκαπέντε λεπτά -τόσο περίπου διαρκεί η παράσταση- ο κόσμος θα είναι συνέχεια με ένα χαμόγελο και θα σιγοτραγουδάει μαζί μας. Σίγουρα το νόημα όλων αυτών των τραγουδιών, που όπως είπα είναι το ένα καλύτερο από το άλλο, είναι διαφορετικό για τον καθένα. Για παράδειγμα το «Βραδιάζει», που για μένα είναι ένας ύμνος του Χρήστου Νικολόπουλου, κάποιος μπορεί να θέλει να το χορέψει, κάποιος μπορεί να θέλει να το ακούσει γιατί του θυμίζει κάτι από τη ζωή του. Εμένα με εκφράζει πάρα πολύ γιατί, κακά τα ψέματα, όταν βραδιάζει ξεκινάει η δική μας δουλειά.
Παιδιά της νύχτας μια ζωή….
Βέβαια τα συνδυάζουμε όλα γιατί είμαστε και οικογενειάρχες και εννοείται ότι είμαστε και πάρα πολλές ώρες μέσα στην ημέρα με τα παιδάκια μας και φροντίζουμε να είναι όλα καλά.
Μιλώντας για το λαϊκό τραγούδι, τι θα απαντούσατε σε όσους λένε ότι δεν είναι όπως παλιά;
Ναι, η αλήθεια είναι αυτή. Βέβαια οι καιροί αλλάζουν και τα ακούσματα γενικά εξελίσσονται. Όπως κάποτε ήταν στη μόδα το ρεμπέτικο, κάποια άλλη περίοδο το λαϊκό, το νησιώτικο κτλ. Με χαροποιεί πολύ όταν βλέπω παιδιά της νεότερης γενιάς που αυτή τη στιγμή γνωρίζουν πολύ μεγάλη επιτυχία, γεμίζουν μαγαζιά και στάδια μόνοι τους και μπορούν με τα τραγούδια τους να καλύψουν ολόκληρο πρόγραμμα, να επιλέγουν στη δεύτερη εμφάνισή τους, στο πιο λαϊκό μέρος, τραγούδια όλων αυτών των μεγάλων καλλιτεχνών, του πατέρα μου, του Καζαντζίδη, του Αγγελόπουλου, του Γαβαλά, ανθρώπων που έχουν αφήσει πολύ μεγάλη ιστορία στην Ελλάδα μας.

Συνεπώς εξακολουθεί το λαϊκό τραγούδι να ενώνει γενιές.
Δεν νομίζω ότι θα φύγει ποτέ το λαϊκό τραγούδι. Είναι στο DNA μας. Είναι στο αίμα μας. Μπορεί κάποια ραδιόφωνα να μην το έχουν στην καθημερινή τους προβολή αλλά θεωρώ ότι πάντα χρειάζεται ένα λαϊκό τραγούδι για να χορέψουμε, να θυμηθούμε μια ιστορία, να πιούμε ένα ποτό. Το λαϊκό τραγούδι χρειάζεται σε οποιαδήποτε σκηνή, θέατρο, νυχτερινή πίστα. Είναι απαραίτητο παντού.
Τι συστατικά έχει για εσάς ένα καλό τραγούδι το 2026; Λέγεται πως δεν γράφονται πια καλά λαϊκά τραγούδια.
Θεωρώ ότι γράφονται καλά τραγούδια αλλά ίσως να μην γνωρίζουν την επιτυχία που τους αναλογεί και να μην γίνονται ευρέως γνωστά. Υπάρχουν συνθέτες που δημιουργούν αξιόλογα τραγούδια με μια πιο σύγχρονη ενορχήστρωση. Ένα καθαρά λαϊκό τραγούδι, όπως εκείνα που έβγαζε ο πατέρας μου, δεν θα ακούσουμε, γιατί ένα τέτοιο τραγούδι δεν θα περάσει, δεν θα παίξει στα ραδιόφωνα. Επομένως με κάποιες πινελιές από μουσικά όργανα όπως το κλαρίνο, το σαξόφωνο ή ακόμη και μια άρπα και με ήχους που μπορούν να δελεάσουν το αυτί του ακροατή, το αποτέλεσμα γίνεται πιο σύγχρονο, πιο μοντέρνο, χωρίς βέβαια να παύει να είναι λαϊκό τραγούδι. Όχι όμως με τη μορφή που το γνωρίζαμε από τους μεγάλους τραγουδιστές και τους σπουδαίους συνθέτες που έχουν γράψει αμέτρητα τραγούδια. Έτσι είναι η εποχή μας. Ο Γιώργος Θεοφάνους, ο Λευτέρης Κιντάτος, ο Γιώργος Μουκίδης είναι σπουδαίοι δημιουργοί και αγαπούν πραγματικά το λαϊκό τραγούδι. Μιλάω για ανθρώπους που μου έχουν γράψει τραγούδια και θα μου γράψουν και στην πορεία μας. Απλώς κάποιες φορές ίσως να μην υπάρχει η αντίστοιχη προβολή ή να παίζει ρόλο και η τύχη. Δηλαδή μπορεί να μην είναι η κατάλληλη στιγμή. Ένα τραγούδι που κυκλοφορεί το καλοκαίρι, ίσως να μην βρει την απήχηση που θα είχε αν κυκλοφορούσε τον χειμώνα. Όλα αυτά παίζουν ρόλο στη δουλειά μας.
Και η νύχτα; Τι έχει αλλάξει περισσότερο, οι καλλιτέχνες ή το κοινό; Είναι ακόμα χώρος εκτόνωσης – διασκέδασης ή έχει γίνει περισσότερο θέαμα;
Μάλλον συνδυάζει και τα δύο. Υπάρχουν μαγαζιά όπου πηγαίνεις και παρακολουθείς ένα φαντασμαγορικό σόου αλλά και άλλα, όπου από το πρώτο κιόλας τραγούδι είσαι όρθιος. Είναι σαν να βρίσκεσαι στο γήπεδο και να παρακολουθείς την ομάδα σου. Όλα τα στιλ της διασκέδασης χρειάζονται γιατί θέλεις και τη νεολαία οπωσδήποτε, η οποία κάνει τον σαματά και σου δίνει ένα boost να αποδώσεις καλύτερα. Το δικό μας κοινό, σε ποσοστό περίπου 60%, αποτελείται από ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας, συνειδητοποιημένους, που γνωρίζουν τι θα ακούσουν και τι θα δουν. Η νεολαία από την άλλη, ακολουθεί περισσότερο τη μάζα. Παρ’ όλα αυτά, τους χρειαζόμαστε όλους. Είναι όλοι ευπρόσδεκτοι.
Τι χάσαμε κερδίζοντας καλύτερο ήχο, καλύτερη εικόνα και καλύτερη οργάνωση;
Την αυθεντικότητα. Χάσαμε το παρεΐστικο στοιχείο που υπήρχε τότε στα μεγάλα μαγαζιά. Θυμάμαι τον πατέρα μου να κατεβάζει κάποια στιγμή το μικρόφωνο, να λέει «παραγγελιά» και να ακούς τους θαμώνες να ζητούν τα αγαπημένα τους τραγούδια και εκείνος να τα τραγουδάει. Αυτά είναι όμορφες, περασμένες αναμνήσεις. Παλιά, θυμάμαι, στα μεγάλα παραλιακά μαγαζιά, που τότε θεωρούνταν ας πούμε τα «μαγαζιά της Α’ Εθνικής», το φαγητό ήταν υποχρεωτικό, ο άντρας φορούσε το κουστούμι του, η γυναίκα πήγαινε στο κομμωτήριο, έβαζε τα καλά της, τα κοσμήματά της και ετοιμαζόταν για τη βραδινή έξοδο. Υπήρχε μια ολόκληρη ιεροτελεστία για να πας στα μπουζούκια. Το καλοκαίρι είδα θαμώνα και με σαγιονάρα. Μου χτύπησε στο μάτι άσχημα αλλά όπως είπα και πριν, όλοι είναι καλοδεχούμενοι, δεν μπορείς να απορρίψεις κάποιον λόγω της εμφάνισής του. Και κάτι ακόμα: χάθηκε η ειλικρίνεια που υπήρχε μεταξύ των καλλιτεχνών και γενικά των ανθρώπων της νύχτας. Ο λόγος τους ήταν συμβόλαιο. Σήμερα αυτά έχουν κάπως χαλάσει. Δεν τα συναντάμε ούτε καν στην καθημερινότητα. Το φιλότιμο έχει εξαφανιστεί. Βλέπεις έναν άνθρωπο να έχει πέσει κάτω και να έχει χτυπήσει και πολλοί να διστάζουν από φόβο να πλησιάσουν, να βοηθήσουν, να ρωτήσουν αν χρειάζεται κάτι. Έτσι μεγάλωσα, αυτά θυμάμαι. Και βλέποντας την κατάσταση σήμερα, η αλήθεια είναι ότι στενοχωριέμαι. Δεν μου αρέσει όπως έχει γίνει η ζωή.
Στις μέρες μας τραγουδάμε – διασκεδάζουμε λιγότερο και καταγράφουμε στα social media περισσότερο;
Καμιά φορά λες «αχ, να τραβήξω ένα βιντεάκι» αλλά στη ουσία χάνεις τη στιγμή. Αυτό είναι πια μόδα. Από την άλλη, καμιά φορά λες «α, αυτό το τραγούδι το είπα πολύ ωραία», το είδα στα social media που το ανεβάσανε κάποιοι. Επομένως είναι και καλό να μπορείς να δεις σε κάποιο live σου μια ωραία στιγμή σου -την οποία δεν θα την είχες ποτέ αν δεν ανέβαινε στα social.

Αν ζούσε σήμερα, ο Στράτος Διονυσίου σε τι πιστεύετε ότι θα έλεγε «όχι» καλλιτεχνικά; Πώς θα έβλεπε το λαϊκό τραγούδι, τη δισκογραφία και τον τρόπο διασκέδασης;
Θεωρώ ότι αν ζούσαν όλοι αυτοί οι μεγάλοι άνθρωποι, ίσως και η νύχτα να ήταν λίγο διαφορετική και τα τραγούδια να είχαν άλλη μορφή. Δεν ξέρω αν το ρεύμα της εποχής θα τους παρέσυρε να προσαρμοστούν και να κάνουν κάτι πιο μοντέρνο. Αυτό δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε και δεν θα το μάθουμε ποτέ, αφού όλοι αυτοί οι σπουδαίοι καλλιτέχνες έχουν φύγει. Φαντάζομαι πάντως ότι δεν θα τους άρεσε ιδιαίτερα το σκηνικό που ζούμε σήμερα. Να φανταστείς ότι πριν από δύο χρόνια είχα την τύχη και την τιμή να συνεργαστώ με τη Μαρινέλλα σε έναν καταπληκτικό χώρο του κ. Μαροσούλη. Θυμάμαι πως αυτή η σπουδαία γυναίκα επηρέαζε ακόμη και τη διαμόρφωση του μαγαζιού. Εκεί εμφανιζόταν και ο Αντώνης Ρέμος και το ύφος ήταν πιο μοντέρνο, πιο σύγχρονο. Όταν όμως δουλεύαμε εμείς, η Μαρινέλλα απαιτούσε ο χώρος να στήνεται αλλιώς. Με τραπεζομάντηλο, με κηροπήγιο, με πιο κλασική καρέκλα. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν άποψη μόνο για τα τραγούδια και το πρόγραμμα που επιμελούνταν αλλά και για τη συνολική εμπειρία, για το πώς ο χώρος θα υποδεχτεί το κοινό.
Τι κρατάτε ως φυλακτό από τη μουσική κληρονομιά που κουβαλάτε;
Προσπαθώ, έχοντας πάντα ως οδηγία από τον πατέρα μου, να είμαι ο εαυτός μου, να παραμένω αυθεντικός. Μέσα από αυτά τα 30 χρόνια στη δουλειά, στόχος μου είναι να κάνω τον κόσμο να περνάει καλά. Είναι μια μεγάλη ψυχοθεραπεία και για εμάς που τραγουδάμε, που εκφράζουμε τα εσώψυχά μας αλλά και για τον κόσμο που λαμβάνει αυτό το μήνυμα. Τουλάχιστον να φεύγει ο κόσμος λίγο πιο ανάλαφρος. Γιατί σίγουρα οι εποχές που ζούμε δεν είναι οι καλύτερες. Συμβαίνουν πράγματα πρωτόγνωρα για εμάς στην Ελλάδα. Κάποτε τα βλέπαμε σε μακρινές χώρες και πλέον τα συναντάμε σιγά σιγά είτε στις γειτονιές μας είτε στην πόρτα μας. Έστω για αυτές τις δύο ώρες να ξεφεύγουμε από όσα ακούμε και βιώνουμε καθημερινά, να περνάμε όμορφα και να φεύγουμε όλοι με μια νότα αισιοδοξίας. Και εμείς που τραγουδάμε και ο κόσμος που το απολαμβάνει, να επιστρέφουμε στο σπίτι μας με μια διαφορετική, πιο θετική διάθεση.
Συναντήσατε στην πορεία σας κορυφαίους δημιουργούς και ερμηνευτές…
Ήμουν τυχερός και συνεργάστηκα με πάρα πολλούς αξιόλογους καλλιτέχνες. Σχεδόν με όλους, θα έλεγα. Έχω να θυμάμαι τα καλύτερα από όλους αυτούς τους ανθρώπους, ιδιαίτερα από εκείνους που δεν είναι πια κοντά μας. Ο Τόλης Βοσκόπουλος, για παράδειγμα, με αποκαλούσε «γιόκα του» καθώς ήταν πολύ φίλος με τον πατέρα μου. Δεν έχω παράπονο. Έχω περάσει πολύ όμορφα στη ζωή μου. Είμαι ευχαριστημένος και περήφανος για όσα έχω κάνει. Σίγουρα έχω κάνει λάθη και μάλιστα αρκετά, αλλά ok -και ποιος δεν έχει κάνε; Το σημαντικό είναι να τα αναγνωρίζουμε και να προχωράμε μπροστά.
Μετά από τόσα χρόνια πορείας, πώς κρατιέστε δημιουργικά ανήσυχος;
Πάντα ήμουν ένα ανήσυχο πνεύμα, με διάθεση να δοκιμάζω νέα πράγματα. Ακούω χιλιάδες τραγούδια, όχι μόνο από καταξιωμένους δημιουργούς αλλά και από νέα παιδιά που μου στέλνουν δουλειές τους, ακόμη και μέσω Facebook. Πρόσφατα επέστρεψα στη Minos EMI που ήταν το πρώτο μου «σπίτι», εκεί όπου κάναμε τις μεγάλες επιτυχίες. Ξαναγύρισα και θεωρώ ότι από εδώ και πέρα θα ακούσουμε καινούρια όμορφα τραγούδια. Έχουμε ήδη θέσει ένα πλάνο για τα επόμενα τρία χρόνια, με στόχο να δημιουργήσουμε πολύ όμορφες δουλειές.
Τι θα λέγατε σήμερα στον νεότερο εαυτό σας, όχι για να τον ενθαρρύνετε αλλά για να τον προειδοποιήσετε, όταν έμπαινε σε αυτά τα μονοπάτια;
Ότι πρέπει να είναι στις επάλξεις. Όπως κάνει και η νέα γενιά, χρειάζεται να ασχολούμαστε περισσότερο με τα social media. Δεν είναι πια όπως παλιά που έπρεπε να εμφανιστείς στην τηλεόραση, σε μια εκπομπή με μεγάλη τηλεθέαση, για να παρουσιάσεις τη δουλειά σου ή το νέο σου τραγούδι. Πλέον μέσω των social media -και όσο μεγαλύτερο κοινό, όσο περισσότερους followers διαθέτεις- μπορεί να στηθεί και να αναπτυχθεί μια δουλειά. Μέσα από το διαδίκτυο, το Instagram, το TikTok και όλες αυτές τις πλατφόρμες, που η αλήθεια είναι ότι παλαιότερα δεν γνώριζα αλλά θέλοντας και μη ασχολούμαι πλέον σε έναν βαθμό. Σε αυτό με βοηθάει και η σύζυγός μου αλλά και η εταιρεία μου, που έχει γνώση του αντικειμένου. Επομένως αποτελεί πλέον απαραίτητη προϋπόθεση για τη δουλειά μας στη σημερινή εποχή.

Έχετε περάσει και από το Θέατρο. Το 2014 συμμετείχατε στην παράσταση «Πριν Το Χάραμα» των Ρέππα -Παπαθανασίου στο θέατρο Βέμπο, πέρσι σας είδαμε στο Radio City στην παράσταση «Τα πήρες όλα κι έφυγες -Η ζωή του Στράτου Διονυσίου». Μιλήστε μας για τις εμπειρίες σας στο σανίδι.
Βεβαίως. Στο «Τα πήρες όλα κι έφυγες» τραγουδούσαμε με τα αδέλφια μου, δεν είχαμε κάποιον ρόλο ηθοποιού. Στο «Πριν το Χάραμα» όμως είχα έναν πολύ μεγάλο ρόλο και πίστευα ότι δεν πρόκειται να τα καταφέρω. Παρ’ όλα αυτά με τις πρόβες, την καλή διάθεση και τη σωστή καθοδήγηση, όλα πήγαν εξαιρετικά.
Με τους συντελεστές, όταν βρισκόμαστε κατά καιρούς, μνημονεύουμε την παράσταση και το πόσο όμορφα είχαμε περάσει. Έχω παίξει και σε τηλεοπτικές σειρές στην τηλεόραση. Μου αρέσει να πειραματίζομαι και θεωρώ ότι ένας ταλαντούχος άνθρωπος μπορεί να κάνει πολλά πράγματα· να τραγουδήσει, να παίξει, να παρουσιάσει, πάντα όμως με τη σωστή καθοδήγηση και μέσα από μια σωστή ομάδα.
Γιατί οι ιστορίες καλλιτεχνών όπως η Παπαγιαννοπούλου, ο Ζαμπέτας, ο Τσιτσάνης, η Βέμπο κ.ά. συγκινούν το σύγχρονο κοινό;
Για τους πιο παλιούς, σίγουρα τέτοιες δουλειές λειτουργούν ως μια ευκαιρία να θυμηθούν και να νοσταλγήσουν εκείνες τις ωραίες εποχές. Για τους νέους όμως είναι ένα μάθημα. Όπως συνέβη και με την ταινία για τον Καζαντζίδη, που πραγματικά έσπασε ρεκόρ εισιτηρίων. Κακά τα ψέματα, η νέα γενιά δεν γνωρίζει πολλούς από τους πραγματικά αξιόλογους ανθρώπους του παρελθόντος. Είναι πολύ σημαντικό να υπάρχουν μεγάλες παραγωγές, παραστάσεις ή ντοκιμαντέρ, όχι μόνο για καλλιτέχνες αλλά και για πολιτικούς, για θεατράνθρωπους, για λογοτέχνες κτλ. ώστε να μαθαίνουμε πώς ξεκίνησε ο καθένας, πώς εμπνεύστηκε, πώς έγραψε τραγούδια, ποιήματα και άφησε το στίγμα του. Είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε πώς ξεκίνησαν αυτοί που έγραψαν ιστορία, τι έζησαν και τι πέρασαν. Είναι ένα μάθημα για τα νέα παιδιά και μια υπενθύμιση για τους μεγαλύτερους.
Υπήρχε σχέδιο για τηλεοπτική σειρά που θα κάλυπτε τη ζωή του πατέρα σας από τα νεανικά χρόνια μέχρι το τέλος του. Τι απέγινε αυτό;
Έμεινε λίγο πίσω, δεν ξέρω για ποιο λόγο. Είχαμε υπογράψει συμβόλαια, όλη η οικογένεια είχαμε λάβει προκαταβολές ως δικαιούχοι, απλώς έμεινε κάπως στη μέση. Θεωρώ πως όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, θα γίνει.
Ζείτε τη ζωή που θέλετε; Υπάρχει κάτι που λείπει;
Θα ήμουν αχάριστος να πω ότι κάτι μου λείπει. Είμαι άνθρωπος χαμηλών τόνων και μου αρέσει η λιτή ζωή. Ξυπνάω, πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ, βγαίνω βόλτα με την οικογένειά μου. Αν μείνουμε σπίτι, παίζω με τα παιδιά μου -είτε τα μικρά είτε τα μεγάλα. Μου αρέσει όταν μιλάω με τον κόσμο, όταν μου σφίγγει κάποιος το χέρι και μου λέει μια καλή κουβέντα. Από ένα κομπλιμέντο μέχρι αναφορές σε τραγούδια που έχει αγαπήσει. Αυτά τα εισπράττω καθημερινά και έχουν μεγάλη αξία για μένα.
Ποιο τραγούδι συνοδεύει τη ζωή σας σαν soundtrack αυτή τη στιγμή;
Το καινούργιο μου τραγούδι. «Έχω τα ψυχολογικά μου, δεν είμαι καλά». Για πολλούς λόγους (γέλια).
Τι ακολουθεί τις εμφανίσεις σας στη Θεσσαλονίκη;
Πάντα, κάθε καλοκαίρι, με τα αδέρφια μου, τον Άγγελο και τον Διαμαντή, κάνουμε κάποιες συναυλίες -αφιέρωμα στον πατέρα μας. Εννοείται ότι θα συνεχίσουμε και με τον Χρήστο, την Πίτσα και την Ελεάννα, με κάποιες εμφανίσεις σε πόλεις της Ελλάδας. Έχω επίσης κλεισμένες κάποιες συναυλίες με την αγαπημένη μου Γλυκερία στο εξωτερικό, καθώς και κάποιες δικές μου εμφανίσεις. Παράλληλα θέλω μέσα στο καλοκαίρι να βρω και λίγο χρόνο για ξεκούραση, να περάσω χρόνο με την οικογένειά μου και να χαλαρώσω λίγο σαν άνθρωπος. Νέο ολοκληρωμένο δίσκο πιστεύω να έχουμε το φθινόπωρο.
Η σχέση σας με τη Θεσσαλονίκη;
Η Θεσσαλονίκη είναι η αγάπη μου. Μπορεί να μην γεννήθηκα εκεί, όμως οι συχνές επισκέψεις μας -γιορτές, Πάσχα, καλοκαίρια- έκαναν τη σχέση αυτή πολύ δυνατή. Όλοι μας οι συγγενείς, η συγχωρεμένη αδερφούλα μας, οι θείοι, οι γιαγιάδες, τα ξαδέρφια, όλοι ζουν στη Θεσσαλονίκη. Μπορεί να ζω στην Αθήνα αλλά η Θεσσαλονίκη έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου, τη νιώθω πατρίδα μου, σπίτι μου. Δεν σου κρύβω ότι όταν ήρθα πρόσφατα για τις παραστάσεις, έμεινα έναν ολόκληρο μήνα, κάτι που είχα να κάνω πολλά χρόνια. Είχα και την οικογένειά μου μαζί και πραγματικά περάσαμε υπέροχες στιγμές. Και κάπου εκεί σκέφτηκα: «δεν ερχόμαστε να μείνουμε στη Θεσσαλονίκη που είναι τα πράγματα λίγο πιο απλά και πιο ανθρώπινα;»

Info
- Vergina Theatro: Δίπλα στο Regency Casino Thessaloniki, 12o χλμ. Θεσ/νίκης -Αεροδρομίου, τηλ. 2310 491291.
- Πρεμιέρα 1 Μαΐου, παραστάσεις όλο τον Μάιο κάθε Παρασκευή και Σάββατο.
- Ώρα Έναρξης: 22:00.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»