Της Χιονίας Βλάχου – Μπλιάτκα
Ο Τάσος Αποστολίδης γεννήθηκε το 1947 στη Θεσσαλονίκη και η πόλη αυτή δεν υπήρξε απλώς ο τόπος καταγωγής του, αλλά το σταθερό τοπίο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε. Μεγάλωσε στο κέντρο, στην πλατεία Ιπποδρομίου, σε μια Θεσσαλονίκη πιο μικρή, πιο συνεκτική, με έντονη ζωή στις γειτονιές, τα σχολεία, τα στέκια και τις παρέες.
Ήταν, όπως αναφέρει και ο ίδιος, μια πόλη που σε κρατούσε κοντά της: «Ποτέ δεν ήθελα να φύγω από τη Θεσσαλονίκη», λέει θυμούμενος τους φίλους του, τη ΧΑΝΘ, έναν χώρο όπου, όπως λέει, «μεγάλωσα αθλητικά αλλά και πνευματικά», αφού δανειζόταν από τη βιβλιοθήκη της πολλά βιβλία, σε χρόνια που δεν υπήρχαν χρήματα να αγοραστούν. Για εκείνον η Θεσσαλονίκη δεν ήταν μόνο μια πατρίδα αλλά μία «γοητευτική» πόλη που «δεν σου έκανε καρδιά να την αφήσεις», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Το οικογενειακό του περιβάλλον είχε έντονο καλλιτεχνικό αποτύπωμα. Ο πατέρας του, πρόσφυγας από την Κωνσταντινούπολη, από τα σχολεία της οποίας είχε πάρει ουσιαστική μόρφωση, τραγουδούσε, όπως λέει ο ίδιος, πολύ καλά, ενώ και η μητέρα του, από τον Βόλο, είχε επίσης πολύ καλή σχέση με το τραγούδι. Καθοριστική ήταν και η παρουσία των θείων του από την πλευρά της μητέρας του. Ο Κώστας Παπαδημητρίου κινήθηκε στον χώρο της τζαζ παίζοντας σαξόφωνο με τη δική του ορχήστρα, ενώ Μίμης ήταν μουσικός συμφωνικής, έπαιζε βιόλα και είχε έντονη παρουσία και σε χορωδιακά και θεατρικά σχήματα της εποχής.
Έτσι από πολύ μικρός ο Τάσος Αποστολίδης βρέθηκε μέσα σε έναν κόσμο μουσικής, σκηνής και θεάματος. «Έβλεπα όλες τις πρόβες στο στρατιωτικό θέατρο», θυμάται, ενώ μιλάει και για τα καλοκαίρια στον Λευκό Πύργο, όταν παρακολουθούσε την ορχήστρα του θείου του να παίζει και εκείνος, ακόμη παιδί, τριγυρνούσε ανάμεσα στους μουσικούς και στο κοινό.
Παρότι σπούδασε Μαθηματικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, η σχέση του με τον λόγο είχε ήδη ξεκινήσει. Από τα σχολικά του χρόνια έγραφε σε μαθητικές εφημερίδες στο Ε’ Αρρένων όπου φοιτούσε και στη συνέχεια, στα φοιτητικά του χρόνια, μέσα στο ασφυκτικό κλίμα της δικτατορίας, στράφηκε στα χρονογράφημα και το ευθυμογράφημα. Η πρώτη του πιο συστηματική παρουσία ήρθε στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Όπως ο ίδιος θυμάται, ξεκίνησε με ευθυμογραφήματα στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» το 1971-1972 και στη συνέχεια έγραφε και σε άλλες εφημερίδες, τόσο της πόλης όσο και της Αθήνας. Το 1973 κυκλοφόρησε και το πρώτο του βιβλίο μ’ αυτό το υλικό, ανοίγοντας έναν κύκλο γραφής που θα εξελισσόταν σταθερά τα επόμενα χρόνια.

Η επαγγελματική του πορεία συνδέθηκε κυρίως με την εκπαίδευση. Εργάστηκε στην ιδιωτική δευτεροβάθμια εκπαίδευση για 42 χρόνια, 36 από τα οποία στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή Θεσσαλονίκης, ως καθηγητής, διευθυντής και αντιπρόεδρος ακαδημαϊκών θεμάτων. Εκεί δεν αρκέστηκε στον τυπικό ρόλο του εκπαιδευτικού. Δημιούργησε πολιτιστικούς ομίλους, επειδή πιστεύει ότι ο πολιτισμός αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της παιδείας. Άλλωστε, όπως λέει για τους μαθητές του, ήταν παιδιά «που είχαν διάθεση αλλά δεν ήξεραν τι να αναζητήσουν και πού». Και όταν γνώρισαν τον κόσμο της μουσικής, της λογοτεχνίας και του θεάτρου, «άλλαξε όλη η ατμόσφαιρα στη σχολή».
Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 ο Τάσος Αποστολίδης στράφηκε συστηματικά σε αυτό που έμελλε να τον καθιερώσει ευρύτερα: τις διασκευές έργων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας σε κόμικς και graphic novels. Οι «11 Κωμωδίες του Αριστοφάνη», η «Οδύσσεια», η «Αντιγόνη», η «Ιφιγένεια», οι «Μύθοι του Αισώπου», οι «Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αρχαία Ελλάδα» και πιο πρόσφατα ο «Αριστοτέλης», συγκροτούν ένα έργο που συνδυάζει τη γνώση με την αφηγηματική δύναμη της εικόνας.
Εξάλλου η δημιουργικότητά του δεν περιορίστηκε ποτέ σε ένα μόνο πεδίο. Έγραψε κείμενα για σκετς, comic strips, animation και θεατρικά μονόπρακτα, ενώ το 1999 ίδρυσε τον «Αιρετικό Θίασο» στον οποίο υπήρξε συγγραφέας των κειμένων και σκηνοθέτης. Η περίοδος εκείνη, όπως λέει, ήταν πυρετώδης και εξαντλητική -αλλά δείχνει τη σχέση του με τη δημιουργία.

Σημαντικό κεφάλαιο στη ζωή του αποτελεί η σύζυγός του, η Δώρα Θεοχάρη, την οποία γνώρισε στα πανεπιστημιακά του χρόνια στο Μαθηματικό. Εκείνη ακολούθησε ακαδημαϊκή πορεία αλλά για τον ίδιο είναι μια σταθερή, διακριτική και ουσιαστική δύναμη. Μιλά γι’ αυτήν με τρυφερότητα και εκτίμηση, λέγοντας πως ήταν «ο άνθρωπος ο οποίος με στήριζε πάντα» και πως διαθέτει «δύναμη η οποία δεν είναι άμεσα ορατή». «Για έναν άνθρωπο με την δική μου ένταση, τελειομανία και αδιάκοπη δημιουργική ορμή, αυτή η παρουσία υπήρξε καθοριστική», αναφέρει.
Σήμερα, με αφορμή τη δωρεά του προσωπικού του αρχείου στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή Θεσσαλονίκης, η διαδρομή αυτή αποκτά και μια νέα δημόσια διάσταση. Η σχετική εκδήλωση είναι η αφορμή για να αναδειχθεί όχι μόνο το εύρος του έργου του, αλλά και η βαθιά του σύνδεση με έναν εκπαιδευτικό χώρο στον οποίο άφησε ισχυρό αποτύπωμα. Το αρχείο θα φιλοξενηθεί στη Βιβλιοθήκη «Dimitris & Aliki Perrotis Library» της Σχολής, καθώς και στον νέο χώρο πολιτισμού «Σπίτι του Σπορέα – Άνθρωποι και Πολιτισμός», ο οποίος θα εγκαινιαστεί την Κυριακή 5 Απριλίου στις 11:00 π.μ., στις εγκαταστάσεις της Σχολής. Στον ίδιο χώρο θα υπάρχουν και βιβλία άλλων 23 συγγραφέων που είχαν ή έχουν κάποια σχέση με τη Σχολή -μέλη του δ.σ. όπως ο Peter Bien, μεταφραστής του Καζαντζάκη στα αγγλικά, πρώην διευθυντές και πρόεδροι όπως ο Bruce και η Tad Lansdale, καθηγητές και μια μαθήτρια).
Η πρωτοβουλία της Αμερικάνικης Γεωργικής Σχολής να αξιοποιήσει αυτή τη δωρεά και να την εντάξει σε έναν ευρύτερο χώρο πολιτισμού αποκτά ξεχωριστή σημασία, γιατί δείχνει ότι ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα μπορεί να λειτουργήσει και ως φορέας μνήμης, πνευματικής συνέχειας και πολιτιστικής ευθύνης. Και η Αμερικανική Γεωργική Σχολή επέλεξε να τιμήσει το έργο των ανθρώπων της και να το καταστήσει ζωντανό και προσβάσιμο τις επόμενες γενιές.

5 ερωτήσεις στον Τάσο Αποστολίδη
Στην Αμερικανική Γεωργική Σχολή ως καθηγητής και διευθυντικό στέλεχος ζήσατε μέσα σε ένα « μικρό σπίτι στο λιβάδι». Τι θυμάστε από αυτές τις σχεδόν τέσσερις δεκαετίες;
Κυριολεκτικά έζησα με την οικογένειά μου σε «μικρό σπίτι στο λιβάδι», γιατί μέναμε στο campus της Σχολής. Είχε ενδιαφέρον να ζεις και να δουλεύεις στον ίδιο χώρο -και τι χώρος: εξοχή! Ζούσαμε εκεί περίπου 40 οικογένειες εργαζομένων, σε σπίτια που μας παραχωρούσε η Σχολή.Οι μαθήτριες και οι μαθητές των Λυκείων ήταν όλοι οικότροφοι γιατί κατάγονταν από την ελληνική επαρχία. Τα σπίτια μας ήταν ανοιχτά στα παιδιά που αναζητούσαν κοντά μας λίγη από την οικογενειακή θαλπωρή που τους έλειπε. Αυτό είχε ως συνέπεια ένα απόλυτα δημιουργικό κλίμα εκπαίδευσης, με κατανόηση, χωρίς εντάσεις και με εξαιρετικές επιδόσεις.
Η εκπαίδευση στη Σχολή ήταν θεωρητική και πρακτική. Ο τέλειος συνδυασμός. Το μόνο που έλειπε όταν πρωτοπήγα στη Σχολή το 1979, ήταν τα πολιτιστικά δρώμενα, που ήταν άλλωστε η αδυναμία μου: Πίστευα ότι ο πολιτισμός, μαζί με την εκπαίδευση και την ανατροφή, είναι οι τρεις βασικοί πυλώνες της παιδείας. Από τον πρώτο κιόλας χρόνο είχαμε οργανώσει, με τη συνδρομή και άλλων συναδέλφων, τους ομίλους (clubs) θεάτρου, λογοτεχνίας, μουσικής, με εκμάθηση μουσικών οργάνων. Αυτή η σχέση των παιδιών μεταξύ τους, με τους καθηγητές, οι εκδηλώσεις, οι παραστάσεις, οι συναυλίες μου άφησαν τις πιο όμορφες αναμνήσεις.
Η σχολή αποφάσισε να φιλοξενήσει το αρχείο σας και να σώσει το αποτύπωμά σας εκεί. Τι μένει από αυτή την πορεία;
Μα η ίδια η πορεία. Το αρχείο δεν είναι ένα σταμάτημα, μια τακτοποίηση του παρελθόντος, είναι μια αφετηρία για ξεκίνημα καινούριων ιδεών, πράξεων , εμπειριών που θα τροφοδοτήσουν το παρόν και το μέλλον. Δώρισα το αρχείο μου στη Σχολή, γιατί ειλικρινά πιστεύω ότι εκεί θα αξιοποιηθεί. Περιλαμβάνει χειρόγραφα, αλληλογραφία, κριτικές και άρθρα -αφιερώματα στο έργο μου, φυσικά τα βιβλία μου (66 με τις επανεκδόσεις και τις μεταφράσεις τους) μεταπτυχιακές και διδακτορικές διατριβές που αναφέρονται σ’ αυτά καθώς και ομιλίες μου με θεματολογία τα «Κόμικς στην Εκπαίδευση». Υπάρχει ακόμη φωτογραφικό και οπτικοακουστικό υλικό από εκδηλώσεις, παρουσιάσεις βιβλίων, τηλεοπτικές εκπομπές κλπ. Το υλικό ψηφιοποιείται και θα αναρτηθεί, ώστε να είναι προσβάσιμο σε όποιον θέλει να ασχοληθεί.
Ασχοληθήκατε με πολλές μορφές λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής έκφρασης. Ποια σας σημάδεψε περισσότερο;
Η «εικονογραφήγηση», δηλαδή τα κόμικς. Νομίζω ήμουν έξι χρόνων όταν μου έφερε το πρώτο Μίκυ Μάους ο μπαμπάς μου. Σχεδόν δεν διάβαζα … Από τότε έγινα φανατικός αναγνώστης και από τη δεκαετία του ΄80 και δημιουργός. Τα κόμικς δεν προέκυψαν ως ευκολία ή ως διακόσμηση της γνώσης, αλλά ως ένας άλλος τρόπος να σκεφτούμε, να δούμε την ιστορία, τη γλώσσα, την φιλοσοφία ή και την πραγματικότητα. Δεν είναι μόνο μέσο ψυχαγωγίας αλλά και εργαλείο γνώσης, κατανόησης και εκπαίδευσης. Δεν απλοποιούν τη σκέψη, την απαιτούν. Δεν απλοποιούν τη γνώση, αντίθετα την κάνουν πιο απαιτητική. Η διπλή μου ιδιότητα, ως εκπαιδευτικού και συγγραφέα, με έστειλε στα… κόμικς!

Από τις αρχές της δεκαετίας του ΄80 γράφετε σενάρια και διασκευάζετε σε κόμικς κλασικά έργα της αρχαιότητας. Ποια ήταν η απήχηση μέσα κι έξω από την Ελλάδα;
Στο τέλος της δεκαετίας του ΄80 οι κωμωδίες του Αριστοφάνη πουλούσαν 40 -50.000 αντίτυπα το χρόνο! Ήταν η πρώτη ελληνική σειρά κόμικς, με ελληνικό θέμα -και τι θέμα! Οι άνθρωποι, βγαίνοντας από την επταετία της χούντας, αγαπούσαν ό,τι πρωτότυπο και πρωτοποριακό παράγονταν τότε, σε κάθε μορφή Τέχνης. Μετά την πρώτη μεγάλη επιτυχία, άρχισαν να έρχονται προτάσεις από εκδότες. Έτσι προέκυψαν και άλλες πετυχημένες παραγωγές. Πολλά βιβλία μου μεταφράστηκαν, βραβεύτηκαν, με τελευταίο τον «Αριστοτέλη», που μεταφράστηκε σε 10 γλώσσες και ταξίδεψε από την Ευρώπη στην Αμερική, στην Κίνα και στην Κορέα. Ο «Σωκράτης» αυτόν τον καιρό είναι στον σχεδιαστή και όπου να ΄ναι τελειώνω και το σενάριο του «Πλάτωνα» που θα κυκλοφορήσει το 2028. Έτσι ολοκληρώνεται η τριλογία των μεγάλων φιλοσόφων, που είχα στο μυαλό μου να κάνω από το 2015.
Και μια ερώτηση για τον «Διόσκουρο» Γιώργο Ακοκαλίδη. Την ιστορία τελικά τη γράφουν οι παρέες;
Ο Γιώργος, αν δούλευε ως γελοιογράφος σε εφημερίδες της Αθήνας, θα ήταν ένας από τους τρεις σπουδαιότερους, αλλά προτίμησε τη Θεσσαλονίκη. Εδώ ήταν οι παρέες του. Αν δούλευε ως κομίστας στην Ευρώπη ή την Αμερική, θα ήταν ένας από τους πέντε μεγαλύτερους, αλλά προτίμησε την Ελλάδα. Εδώ ήταν οι παρέες του.Ο Γιώργος δεν κατάλαβε ποτέ πόσο σπουδαίος είναι. Ευτυχώς το καταλάβαμε οι συνεργάτες του και το αναγνωστικό κοινό του. Ναι, την ιστορία τελικά τη γράφουν οι παρέες.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»