Ο Θανάσης Δισλής είναι ένας λάτρης της υποκριτικής τέχνης, με πολυετή και σταθερή παρουσία στο ελληνικό καλλιτεχνικό στερέωμα. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, στην περιοχή της Καλαμαριάς. Η σχέση του με την υποκριτική ξεκινά από πολύ νωρίς καθώς, όπως ο ίδιος περιγράφει «από μικρός ήταν από εκείνα τα παιδιά που έμπαιναν σε παιχνίδια ρόλων. Δεν ήταν το παιδί που έπαιζε μπάλα αλλά το αγόρι που έφτιαχνε ιστορίες για να τις δείχνει στους φίλους του». Αυτή η εσωτερική ανάγκη για έκφραση τον οδήγησε συνειδητά στον χώρο του θεάτρου, όχι ως τυχαία επιλογή αλλά ως φυσική εξέλιξη μιας ήδη υπάρχουσας τάσης.
Σπούδασε στη Δραματική Σχολή «Βεάκη» (2005 -2008), ενώ είχε προηγηθεί η επαφή του με την Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης Προσκήνιο αλλά και με θεατρικά εργαστήρια, εμπειρίες που λειτούργησαν ως θεμέλιο για τη μετέπειτα εξέλιξή του. Όπως αναφέρει, «ήθελε πάντα να έχει εμπειρίες από πολλούς δασκάλους, γιατί έτσι μαθαίνεις περισσότερα» και συμπληρώνει πως «είναι αρκετά ανήσυχος ως χαρακτήρας και όταν βρίσκει την ευκαιρία να μάθει κάτι καινούριο, το κυνηγάει, το ψάχνει, το τρέχει». Μια στάση που αποτυπώνει έναν καλλιτέχνη που δεν επαναπαύεται αλλά αναζητά συνεχώς νέες αφορμές εξέλιξης.
Στην επαγγελματική του πορεία έχει συνεργαστεί με σημαντικούς θεατρικούς φορείς και σκηνοθέτες, με καθοριστική παρουσία στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος αλλά και παραγωγές της ελεύθερης σκηνής. Έχει συμμετάσχει σε έργα όπως «Η Αυλή των Θαυμάτων», «Το Τρίτο Στεφάνι», «Γλυκό πουλί της νιότης», «Η Φάρμα των Ζώων», «Πήτερ Παν» και «Λωξάντρα», ενώ έχει βρεθεί σε πλήθος παραστάσεων που καλύπτουν από το κλασικό έως το σύγχρονο ρεπερτόριο.
Στην τηλεόραση έχει συμμετάσχει σε σειρές όπως «Σασμός», «Ήλιος», «Τα Μυστικά της Εδέμ», «Στο Παρά Πέντε» και «Έξαψη», ενώ στον κινηματογράφο έχει εμφανιστεί σε παραγωγές όπως «Digger», «Agon», «Όχθες» και «Via Carpatia». Ιδιαίτερη στιγμή για τον ίδιο αποτελεί η συνεργασία του και η γνωριμία του με τον Μανούσο Μανουσάκη, -στις σειρές «Κόκκινο Ποτάμι» και «Ποιος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου» – τον οποίο περιγράφει με μεγάλη εκτίμηση, λέγοντας ότι «ήταν ένας σπουδαίος κινηματογραφιστής και υπέροχος άνθρωπος, που πραγματικά λείπει». Όπως τονίζει, αυτή η συνεργασία υπήρξε «ο σημαντικότερος σταθμός στην τηλεοπτική του πορεία».
Στον πυρήνα της καλλιτεχνικής του φιλοσοφίας βρίσκεται η έννοια της αλήθειας. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «αυτό που δεν θα σταματήσω ποτέ να ψάχνω πάνω στη σκηνή, είναι η αλήθεια. Σε κάθε ρόλο ψάχνουμε την αλήθεια του χαρακτήρα: γιατί αυτός ο άνθρωπος υποφέρει, γιατί αγαπά όπως αγαπά. Μόνο έτσι μπορεί να βγει κάτι αληθινό και να ταυτιστεί ο θεατής με τον ήρωα που υποδυόμαστε» συμπληρώνει και τονίζει ότι το θέατρο, όπως το αντιλαμβάνεται, λειτουργεί και ως μορφή ψυχοθεραπείας. «Το θέατρο είναι από μόνο του μια μορφή ψυχοθεραπείας, γιατί μπαίνουμε στα παπούτσια του άλλου και βλέπουμε τον κόσμο μέσα από διαφορετικές ζωές και εμπειρίες» υποστηρίζει. Όσο για τον ρόλο που ονειρεύεται να ερμηνεύσει; Δεν άλλος από τον «Λοπάχιν», από τον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχοφ!

Ιδιαίτερη σημασία δίνει στη θεατρική σκηνή της Θεσσαλονίκης την οποία χαρακτηρίζει «ελπιδοφόρα», επισημαίνοντας ότι οι θεατρικές ομάδες της πόλης παρουσιάζουν ποιοτικές δουλειές και ότι το κοινό επιστρέφει στις αίθουσες. «Είναι παρήγορο να βλέπεις τα θέατρα γεμάτα και είμαι ενθουσιασμένος διότι στις δραματικές σχολές της πόλης γεννιούνται εξαιρετικοί ηθοποιοί», σημειώνει, εκφράζοντας παράλληλα και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ηθοποιός που ζει στη Θεσσαλονίκη. «Το ότι βρισκόμαστε στη Θεσσαλονίκη δεν βοηθά να επιλεγεί εύκολα ένας ηθοποιός για δουλειές στην Αθήνα», λέει και σε σχέση με το ενδεχόμενο επιστροφής του στην πρωτεύουσα, ο Θανάσης Δισλής θυμάται και υπογραμμίζει ότι είχε φύγει στην Αθήνα με στόχο να χτίσει εκεί την καριέρα του. «Ωστόσο οι συγκυρίες, όπως η οικονομική κρίση και οι αλλαγές στον χώρο, με οδήγησαν πίσω. Βρέθηκα στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος το οποίο μου προσέφερε μια πιο σταθερή βάση και από εκεί ξεκίνησαν οι επόμενες επαγγελματικές συνεργασίες». Σήμερα, με τα παιδιά να έχουν μεγαλώσει, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο επιστροφής στην Αθήνα, αν προκύψει μια κατάλληλη συνθήκη. Όπως άλλωστε δηλώνει, «όλα έχουν γίνει μέσα από συγκυρίες και πάντα ήμουν ανοιχτός στο πού θα με οδηγήσουν».
Πέρα από την υποκριτική, ο Θανάσης Δισλής έχει ενεργό ρόλο στη διδασκαλία. Διδάσκει στη Δραματική Σχολή Ροντίδη και έχει εργαστεί σε εκπαιδευτικά προγράμματα με παιδιά. Όπως σημειώνει, παίρνει στοιχεία από τους μαθητές. «Και ως ηθοποιός αλλά και ως δάσκαλος αντλώ υλικό από τον χαρακτήρα κάθε ανθρώπου, κάθε μαθητή». Για εκείνον η διδασκαλία δεν είναι ξεχωριστή από την υποκριτική αλλά μια προέκταση της ίδιας διαδικασίας παρατήρησης και κατανόησης του ανθρώπου. Σήμερα συνεχίζει να εξελίσσεται καθώς είναι φοιτητής στο 3ο έτος στο Τμήμα Θεάτρου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μια επιλογή που «χρωστούσε στον εαυτό του».
Η καθημερινότητά του είναι ιδιαίτερα απαιτητική καθώς συνδυάζει οικογένεια -είναι πατέρας δύο παιδιών και σύζυγος της επίσης ηθοποιού Σοφίας Καλεμκερίδου,, σπουδές, διδασκαλία και παραστάσεις. Την περιγράφει χωρίς εξιδανίκευση: «μπαμπάς, με οικογένεια και δύο παιδιά, πανεπιστήμιο, πρόβες, παράσταση… Είναι δύσκολο. Οφείλω να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον εαυτό μου, γιατί μέσα σε δύο εξεταστικές πέρασα 22 μαθήματα. Και λέω δόξα τω Θεώ που είμαι στα πόδια μου. Πιστεύω στον Θεό και για μένα είναι ένα απάγκιο, μια δύναμη. Αυτό με βοηθά να ανταπεξέρχομαι σε όλες τις υποχρεώσεις με αισιοδοξία», παραδέχεται.
Σημαντική θέση στη ζωή του έχει φυσικά και η Θεσσαλονίκη, την οποία περιγράφει με έντονη συναισθηματική φόρτιση ως τη «μητέρα πόλη» του. Όπως αναφέρει, «είναι η μάνα μου. Η πόλη όπου γεννήθηκα, μεγάλωσα και αγαπώ και στην οποία πάντα θα επιστρέφω, όπου κι αν βρίσκομαι», τονίζει, αποκαλύπτοντάς μας το αγαπημένο του σημείο στην πόλη: «Η πλαζ στην Αρετσού είναι για μένα ένα σημείο ηρεμίας. Κοιτάζω τη θάλασσα και αποφορτίζομαι. Όταν έχω ένταση, είναι σαν ένα μικρό λιμανάκι. Κάθομαι με τον καφέ μου και ηρεμώ».
Κλείνοντας, ο Θανάσης Δισλής συνοψίζει και δηλώνει ευγνώμων για την πορεία του και τις εμπειρίες που έχει αποκτήσει, σημειώνοντας πως «ζω γιατί θέλω να ζω. Και θέλω και μπορώ», ενώ εκφράζει την επιθυμία του για έναν ακόμη σημαντικό καλλιτεχνικό στόχο: «Ευτυχώς έχω καταφέρει να εκπληρώσω πολλούς από τους στόχους μου. Αυτό που ίσως θα ήθελα, είναι ένας καλός ρόλος σε μια ωραία σειρά εποχής. Μα νέα δημιουργική πρόκληση. Δεν παραπονιέμαι, γιατί πάντα κάτι χάνεις και κάτι κερδίζεις», υποστηρίζει και παράλληλα σχεδιάζει ένα καλοκαίρι ξεκούρασης και επιστροφής στις ρίζες, στην Αλιστράτη Σερρών, όπου επιθυμεί να αποκαταστήσει το πατρικό του σπίτι, έναν ακόμη χώρο ηρεμίας και προσωπικής ανασύνταξης.

5 ερωτήσεις στον Θανάση Δισλή
Μια κωμωδία που βασίζεται σε θέματα που απασχολούν τη σύγχρονη κοινωνία είναι η νέα παραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Τι θα δούμε στο «GroupTherapy» της βραβευμένης Πένυς Φυλακτάκη;
Ετοιμάσαμε κάτι πραγματικά ξεχωριστό με τον Λευτέρη Πλασκοβίτη και με μια εξαιρετική ομάδα συναδέλφων και συντελεστών. Ένα έργο σύγχρονο, απόλυτα επίκαιρο,που αφορά στη μοναξιά του ανθρώπου. Μετά τους δύσκολους καιρούς που περάσαμε -με τον COVID, την απομόνωση και την κλεισούρα, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με πολλά προβλήματα. Τα ιατρεία ψυχιάτρων και ψυχολόγων είναι πλέον γεμάτα, με τα ραντεβού να μην προλαβαίνουν να καλυφθούν. Η ιστορία ξεκινά όταν ο Κλεομένης, ένας διευθύνων σύμβουλος πολυεθνικής εταιρίας, καταφεύγει πανικόβλητος σε μια ψυχίατρο όπου εργάζεται η Τζίνα, επειδή πρέπει να ταξιδέψει στη Σιγκαπούρη αλλά φοβάται το αεροπλάνο λόγω κλειστοφοβίας και τη δια ζώσης επαφή διότι έχει συνηθίσει να επικοινωνεί εξ αποστάσεως (Skype κ.ά.). Εκεί συναντά τον Τσάκι, έναν νεαρό influencer, youtuber, tiktoker, που προσποιείται ασθένεια για να πλησιάσει τη Τζίνα. Παράλληλα, αποκαλύπτεται ότι η Τζίνα γράφει την πτυχιακή της εργασία πάνω στην ασθένεια Hikikomori, ένα φαινόμενο ακραίας απομόνωσης. Σύμφωνα με τη Google είναι μια ονομασία που έχουν δώσει για τους μοναχούς στην Ιαπωνία οι οποίοι επιλέγουν να είναι κλεισμένοι στον εαυτό τους για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Μέσα από παρεξηγήσεις και συγκρούσεις αποκαλύπτονται αλήθειες και γεννιέται το ερώτημα: ποιος είναι ο ασθενής τελικά;
Ποιος είναι ο Κλεομένης που ερμηνεύεις;
Είναι ένας σύγχρονος άνθρωπος που δεν έχει χρόνο για τίποτα πέρα από τη δουλειά του. Μέσα στη μοναξιά του ονειρεύεται, κι έχει βαθιά ριζωμένα συμπλέγματα, κυρίως από τη σχέση με τη μητέρα του. Με τάραξε το πόσο αληθινός είναι και το πόσο μου μοιάζει. Με όσα έχω ζήσει, θα μπορούσα να έχω κλειστεί στον εαυτό μου, όμως ως άνθρωπος είμαι αισιόδοξος. Και ο Κλεομένης έχει μια αισιοδοξία αλλά δεν αφήνεται στην ελπίδα για να προχωρήσει. Είναι ρομαντικός, έξω από τους γρήγορους ρυθμούς της εποχής.
Στις μέρες μας έχουμε γίνει πιο ειλικρινείς με τις αδυναμίες μας ή απλώς πιο εξωστρεφείς;
Πιο εξωστρεφείς, και σε αυτό συμβάλλουν τα social media, αφού πλέον μοιραζόμαστε τα πάντα και δεν κρατάμε σχεδόν τίποτα για τον εαυτό μας. Αυτό είναι παγίδα. Εγκλωβιζόμαστε στην εικόνα και χάνουμε την ουσία, τον προσανατολισμό μας. Θαυμάζω τους ανθρώπους που έχουν εγκράτεια και χρησιμοποιούν τα social με μέτρο. Στη δική μας δουλειά υπάρχει έτσι κι αλλιώς η ανάγκη της προβολής. Όμως βλέπουμε συνεχώς νέα παιδιά να προβάλλονται αδιάκοπα, να εμφανίζονται και να χάνονται το ίδιο γρήγορα. Και τελικά αναρωτιέσαι: μετά από μια τέτοια έκθεση, όταν σβήσουν τα φώτα, τι ψυχολογικό αποτύπωμα μένει σε αυτούς τους ανθρώπους;

Η ψυχοθεραπεία στη σύγχρονη κουλτούρα είναι ανάγκη ή έχει γίνει και λίγο trend;
Νομίζω πως το ταμπού αρχίζει να φεύγει. Όταν κάνω ψυχοθεραπεία, δεν σημαίνει ότι είμαι «τρελός», σημαίνει ότι προσπαθώ να διαχειριστώ πράγματα που αλλιώς δεν θα μπορούσα. Παλιότερα ο καθένας έβρισκε τρόπους να διοχετεύσει όσα κουβαλούσε: μέσω του αθλητισμού, μιας εξόδου, μιας κουβέντας με φίλους. Για τους γονείς μας ίσως η μεγαλύτερη «ψυχοθεραπεία» ήταν ο πρωινός καφές. Θυμάμαι τη μητέρα μου να συναντά καθημερινά δύο -τρεις φίλες για να πουν τα νέα τους. Σήμερα αυτό σπανίζει. Όλοι τρέχουν, όλοι είναι απασχολημένοι. Ακόμα και με τον αδερφό μου, παρότι έχουμε εξαιρετική σχέση και μένουμε δίπλα, μπορεί να περάσει σχεδόν ένας μήνας χωρίς να βρεθούμε.
Αν ο θεατής φύγει με μία σκέψη από το «GroupTherapy», ποια θα ήθελες να είναι;
Θα ήθελα ο θεατής να φεύγει με τη σκέψη ότι μπορούμε να δούμε τον κόσμο αλλιώς, πιο ανοιχτά και πιο ουσιαστικά. Τα πράγματα δεν είναι όπως μας επιβάλλονται. Είναι στο χέρι μας να τα χρησιμοποιήσουμε διαφορετικά. Ο κόσμος σήμερα ψάχνει τρόπους να ξεφύγει, να νιώσει λιγότερη μοναξιά. Η μοναξιά πολλές φορές δεν είναι επιλογή.Νομίζω πως εκεί εστιάζει βαθιά το έργο: στη μοναξιά. Όλοι ψάχνουν να βρουν κάτι.
Συντελεστές
Συγγραφέας: Πένυ Φυλακτάκη
Σκηνοθεσία, Μουσική Επιμέλεια: Λευτέρης Πλασκοβίτης
Σκηνικά – Κοστούμια: Δανάη Πανά
Φωτισμοί: Στέλιος Τζολόπουλος
Παίζουν (αλφαβητικά): Λίλη Αδρασκέλα, Θανάσης Δισλής, Δημήτρης Καραγιάννης, Γιάννης Τσιακμάκης
Info
- Φουαγιέ Θεάτρου Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών (Εθνικής Αμύνης 2, τηλ. 2315 200200)
- Πρεμιέρα: Σάββατο 2 Μαΐου στις 21:00
- Ώρες παραστάσεων: Τετάρτη 19:00, Πέμπτη -Παρασκευή 21:00, Σάββατο 18:00 και 21:00, Κυριακή 19:30
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»