Σε μία σύγχρονη αγορά, με χρήσεις εμπορίου, αναψυχής, πολιτισμού, εκπαίδευσης, ταυτόχρονη δημιουργία ενός πυρήνα αστικού πρασίνου, με ενίσχυση των τοπικών μικρών παραγωγών, αλλά και αναβάθμιση της γειτονιάς θα μπορούσε να μετατραπεί η εγκαταλελειμμένη και κατεστραμμένη παλιά Λαχαναγορά, όπως προκύπτει από διπλωματικές εργασίες φοιτητών του ΑΠΘ.
Αντ’ αυτού, ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της Θεσσαλονίκης, ρημάζει, αποτελώντας ταυτόχρονα κίνδυνο, ενώ το άλλοτε σταυροδρόμι συναλλαγών για εμπόρους χονδρικής και λιανικής από όλα τα σημεία του νομού της Θεσσαλονίκης, έχει μετατραπεί σε κουφάρι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Η αναστήλωση του οικοδομήματος είναι για δεκαετίες «κολλημένη» κυρίως λόγω του πολύπλοκου ιδιοκτησιακού καθεστώτος (πάνω από 130 ιδιοκτήτες-κληρονόμοι), αλλά και της μετατόπισης της ευθύνης από τα αρμόδια υπουργεία.
Ωστόσο την παρούσα στιγμή κάτι φαίνεται να «ξεκολλάει», με τις συνθήκες από όλες τις πλευρές να διαφαίνονται πρόθυμες να το κινήσουν, καθώς φαίνεται να είναι εφικτή η χρηματοδότηση ενός ανάλογου εγχειρήματος από την Πολιτεία.
Μεγάλη επικινδυνότητα
Σήμερα, η εικόνα που παρουσιάζει το οικοδομικό τετράγωνο 188, που περιβάλλεται από τις οδούς Αγίου Δημητρίου, Φιλώτα, Πλατείας Μουσχουντή και Μπουντώνα, μόνο συναισθήματα θλίψης και απογοήτευσης γεννά. Σοβάδες και τμήματα από τσιμέντο γίνονται εν δυνάμει παγίδες για πεζούς και σταθμευμένα οχήματα, συχνά καλείται η πυροσβεστική για μικρές εστίες πυρκαγιάς, άποροι το χρησιμοποιούν ως κρησφύγετο, ενώ απορρίμματα και άλλα αντικείμενα έχουν συσσωρευτεί στους εγκαταλελειμμένους χώρους.
«Στην πραγματικότητα, μια μεγάλη μερίδα κόσμου στην περιοχή θεωρεί ότι το κτήριο αποτελεί εμπόδιο, πέρα από επικίνδυνο. Εκτιμώ ότι αν γκρεμιζόταν, πολλοί στη γειτονιά θα ήταν χαρούμενοι. Είναι κρίμα όμως και να παρουσιάζει αυτή την εικόνα και να μη αξιοποιείται ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της πόλης. Αυτή ακριβώς ήταν και η πρόκληση για να ασχοληθώ με την παλιά Λαχαναγορά στη διπλωματική. Είναι ένα μεγάλο κτήριο στο κέντρο της πόλης και δεύτερον θα μπορούσε όλη εκείνη η περιοχή να αλλάξει εικόνα με την αρχιτεκτονική παρέμβαση», δηλώνει ο αρχιτέκτονας μηχανικός Στέλιος Κωτάκης, ένας εκ των- τότε- φοιτητών που έκανε τη διπλωματική του εργασία με αντικείμενο την Παλιά Λαχαναγορά.
«Το ΑΠΘ με αυτές τις μελέτες δίνει ένα όραμα, του τι θα μπορούσε να γίνει εκεί που υπάρχει αυτό το “μνημειακό σύνολο” που χαρακτηρίζει την πόλη της Θεσσαλονίκης του Μεσοπολέμου. Αν γινόταν μια αστική παρέμβαση, με τη δυνατότητα αποκατάστασης και της προσθήκης ενός ακόμη ορόφου, ένα νέος αέρας θα έπνεε σε εκείνη την πλευρά της πόλης, με το βάρος του πολιτισμού που της αξίζει», σημειώνει η αρχιτέκτων μηχανικός και επιβλέπουσα καθηγήτρια στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ Μαρία Δούση.
Παράλληλα, αναφερόμενη στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου εξηγεί ότι «οι ιδιοκτήτες είναι πάρα πολλοί, αυτή είναι η “κατάρα” των ιστορικών κτηρίων. Η ιδιοκτησία είναι ιερή αγελάδα στην Ελλάδα. Μοιραία και η παλιά Λαχαναγορά έχει αυτή την τύχη. Θα πρέπει να βρεθεί μια λύση, να υπάρξει αρχικά συνεννόηση μεταξύ των ιδιοκτητών και στη συνέχεια να βρεθεί ένα μοτίβο σε συνεργασία είτε με το δήμο, είτε με το ΥΜΑΘ, είτε με κάποια άλλη δημόσια υπηρεσία» καταλήγει.

130 οι ιδιοκτήτες, «μπαλάκι» η ευθύνη
Αναζητώντας κάποιον εκ των 130 ιδιοκτητών, η «Θ» εντόπισε την Μαρία Γρηγοριάδου, η οποία αποσαφήνισε την σχεδόν καθολική πρόθεση από πλευράς ιδιοκτητών για διάθεση του κτηρίου, αρκεί να βρεθεί φορέας χρηματοδότησης. «Από το 2021 οπότε και ενημερωθήκαμε επίσημα από το δήμο ότι το κτήριο είναι επικινδύνως ετοιμόρροπο, αρχίσαμε πιο εντατικά να αναζητούμε λύσεις. Εκτός από 1-2 περιπτώσεις, όλοι οι ιδιοκτήτες είμαστε σύμφωνοι να το διαθέσουμε προς πώληση. Είχε γίνει μία συζήτηση και με τον δήμο Θεσσαλονίκης μήπως το γκρέμιζε, αλλά δεν τελεσφόρησε. Τα χρήματα που απαιτούνται είναι πάρα πολλά. Συνεχίζουμε τις συζητήσεις και με το δήμο και με όποιον χρειαστεί, ώστε να βρεθεί λύση, καθώς πρόθεση από τους ιδιοκτήτες υπάρχει», σημειώνει η κ. Γρηγοριάδου.
Το θέμα μάλιστα έφτασε στη Βουλή, με την ανεξάρτητη πλέον βουλευτή Χαλκιδικής, Κυριακή Μάλαμα να καταθέτει ερώτηση προς τα συναρμόδια υπουργεία Πολιτισμού κι Εσωτερικών, σε σχέση με την ανάγκη διάσωσης κι ανάδειξης του κτηριακού συμπλέγματος της παλιάς λαχαναγοράς.
Σύμφωνα με την ίδια, το υπουργείο Πολιτισμού σε σχετική απάντηση, μεταθέτει την ευθύνη, στον Τομέα Μακεδονίας Θράκης του υπουργείου Εσωτερικών, ενώ καλεί όλους του συναρμόδιους φορείς, καθώς και τους ιδιοκτήτες σε ουσιαστικό διάλογο μεταξύ τους.
Μιλώντας με τον αναπληρωτή προϊστάμενο Διεύθυνσης Περιβάλλοντος, Πολιτισμού, Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Αθλητισμού του υπουργείου Εσωτερικών (τομέας Μακεδονίας Θράκης) Δημοσθένη Ταχταλίδη, έγινε σαφές ότι λύσεις χρηματοδότησης μπορούν να βρεθούν και μάλιστα το γεγονός ότι έχει κριθεί διατηρητέο το κτήριο, μπορεί να λειτουργήσει ως ακόμη μεγαλύτερο κίνητρο. «Εμείς δεν μπορούμε να πάρουμε κάποια πρωτοβουλία, επειδή μιλάμε για ιδιωτικό τομέα. Δεν είναι δημόσιο. Όμως αν υπάρχει κάποιος επίσημος φορέας ή εκπρόσωπος των ιδιοκτητών, μπορεί να έρθει επίσημα να συνομιλήσουμε. Αν ενδιαφέρονται για να αξιοποιηθεί ο χώρος, θα πρέπει να έρθουν καταρχάς σε επαφή με την υπηρεσία, να δούμε τι μπορεί να γίνει και δεύτερον πώς μπορεί να χρηματοδοτηθεί από προγράμματα επενδύσεων. Υπάρχει σημαντική δυνατότητα χρηματοδότησης», υπογραμμίζει ο κ. Ταχταλίδης.

Στη θέση του τουρκικού μαχαλά που κάηκε το 1917
Η Παλιά Λαχαναγορά είναι έργο του Μαξιμιλιανού Ρουμπένς και λειτούργησε από το 1935 ως το 1975. Βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του κέντρου της Θεσσαλονίκης, σε άμεση σχέση με τα δυτικά τείχη της πόλης, την πλατεία Μουσχουντή και την Άνω Πόλη. Αποτελεί μοναδικό δείγμα τέτοιου τύπου κτηριακού συγκροτήματος στην πόλη, καθώς την εποχή την οποία χτίστηκε, άρχισε να δημιουργείται η ανάγκη για ύπαρξη ενός οργανωμένου κέντρου παραλαβής και διανομής οπωροκηπευτικών στα καταστήματα και τις υπόλοιπες αγορές της πόλης.
Το κτηριακό συγκρότημα χαμηλής δόμησης των μικρών καταστημάτων, αντικατέστησε έναν τούρκικο μαχαλά, με σχολείο, τζαμί και λουτρά, ο οποίος καταστράφηκε ολοσχερώς από την πυρκαγιά του 1917. Για 40 χρόνια, ως το 1975, αποτέλεσε σταυροδρόμι συναλλαγών για εμπόρους χονδρικής και λιανικής από όλα τα σημεία του νομού της Θεσσαλονίκης, ενώ στην ακμή της προσέφερε προϊόντα από ολόκληρη την Ελλάδα.
«Η παλιά Λαχαναγορά απαρτίζεται από 56 καταστήματα, σχεδόν ίδιου μεγέθους, τα οποία ο Ρουμπένς οργάνωσε γύρω από μία αυλή. Είχε τέσσερις εισόδους, με σταυροειδή διάταξη. Σ’ αυτή την εξωτερική αυλή, ξεφόρτωναν το χονδρεμπόριο που έφτανε στην πόλη με τρένα και πλοία και στη συνέχεια οι λιανοπωλητές, τα μετέφεραν στα καταστήματά τους στο κέντρο της πόλης και τα διοχέτευαν στην κοινωνία της Θεσσαλονίκης. Όλα αυτά μέχρι το 1975, οπότε η αγορά σταμάτησε να λειτουργεί και άρχισε να μαραζώνει», περιγράφει η κ. Δούση.
Τα προϊόντα έφταναν στην πόλη στο λιμάνι με καΐκια ή οδικώς, με κάρα και άμαξες. Με το πέρασμα των χρόνων και το χτίσιμο των πολυκατοικιών, η πόλη άλλαξε ρυθμούς και οι φορτοεκφορτώσεις έγιναν βραχνάς στην περιοχή. Η δυσκολία στην διακίνηση των αγαθών οδήγησε το 1975 στην απόφαση για μετεγκατάσταση της λαχαναγοράς και έκτοτε το κτηριακό συγκρότημα ρημάζει, με το υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης να το ανακηρύσσει το 2016 διατηρητέο μνημείο με την απόφαση 3428/2016, όπου περιλαμβανόταν μεταξύ άλλων η Στοά Σαούλ, το Μπιτ Μπαζάρ και η αγορά του Αγίου Μηνά.
Οι προτάσεις: Αγορά, πολιτισμός και πυρήνας πρασίνου
Σε μία από τις διπλωματικές εργασίες για την επανάχρηση της Παλιάς Λαχαναγοράς και τον ανασχεδιασμό των ελεύθερων χώρων, αυτή υπό τον τίτλο «Ώσμωσις: Διευρύνοντας τα όρια της αγοράς. Αναβίωση της Παλιάς Λαχαναγοράς στη Θεσσαλονίκη» του κ. Κωτάκη, το 2023, ο σχεδιασμός κινείται σε δύο άξονες: ο πρώτος σχετίζεται με τον ανασχεδιασμό του κτηρίου και τις χρήσεις που θα φιλοξενεί και ο δεύτερος με την αναβάθμιση του δημόσιου χώρου περιμετρικά του. Προτείνεται η δημιουργία κέντρου αγοράς σε επίπεδο γειτονιάς (με χρήσεις αγοράς, αναψυχής, πολιτισμού και εκπαίδευσης), αλλά και ενός πυρήνα αστικού πρασίνου εντός της αγοράς, ο οποίος θα αποτελεί συνέχεια του ελεύθερου, αλλά και αναξιοποίητου χώρου πρασίνου στα βορειοδυτικά τείχη. Παράλληλα, ανασχεδιάζεται η πλατεία Μουσχουντή, που βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της αγοράς, ενώ οι δύο πλευρικές οδοί του κτηρίου, Φιλώτα και Μπουντώνα, μετατρέπονται σε πεζόδρομο και δρόμο ήπιας κυκλοφορίας, αντίστοιχα.
Σε μια άλλη, πιο πρόσφατη διπλωματική εργασία, του 2025 της Ελένης Αγγελικής Βλαχοπούλου, υπό τον τίτλο: «Ανασχεδιασμός της παλιάς λαχαναγοράς Θεσσαλονίκης – Redesign of an old market in Thessaloniki» του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ, με επιβλέπων καθηγητή τον κ. Δημήτριο Κονταξάκη, προτείνεται η χρήση του συγκροτήματος ως μία σύγχρονη αγορά V, σε ένα πλαίσιο ενίσχυσης των τοπικών μικρών παραγωγών. Παράλληλα, με χώρους σχεδιασμένους να παρέχουν ευελιξία, δίνεται η δυνατότητα οργάνωσης σεμιναρίων και εκθέσεων, με στόχο την ανάδειξη του πολιτιστικού χαρακτήρα της περιοχής.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»