Του Ευάγγελου Χεκίμογλου
Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1941 ο αστυνομικός διευθυντής Παναγιώτης Μαντούβαλος εξέδωσε ανακοίνωση, με την οποία συνιστούσε στο κοινό, να μη «συνωθήται εις τας αγοράς, να καταλαμβάνη ησύχως την σειράν του και να πειθαρχή εις τας συστάσεις των αστυνομικών οργάνων, και εν γένει να διευκολύνη με την στάσιν του τον εφοδιασμόν των κατοίκων. Τα αστυνομικά όργανα θα επιβλέπουν και θα τηρούν την τάξιν και θα συλλαμβάνουν κάθε παρεκτρεπόμενον».
Βέβαια, το βαθύτερο νόημα των αστυνομικών «συστάσεων» γίνεται κατανοητό από την ανακοίνωση της Γενικής Διεύθυνσης Επισιτισμού, που εκδόθηκε την προηγούμενη ημέρα: «Ανακοινούται ότι σήμερον και αύριον θα διανεμηθή η συνήθης μερίς άρτου. Κατά την ημέραν των Χριστουγέννων δεν θα χορηγηθή η ηυξημένη μερίς άρτου εις τους λαμβάνοντας τοιαύτην». Στη διανομή ψωμιού, που την εποχή εκείνη ήταν για την συντριπτική πλειονότητα η μοναδική θερμιδούχος τροφή, δημιουργούνταν ουρές και εκνευρισμός, από το φόβο ότι το ψωμί θα τελείωνε. Έτσι γίνονται κατανοητές οι απειλές του αστυνομικού διευθυντή για τη σύλληψη των «παρεκτρεπομένων».
Την ίδια μέρα, το Εργατικό Κέντρο συνιστούσε στους ανοργάνωτους εργάτες να εγγραφούν στα σωματεία της δύναμής του, ώστε να απολαμβάνουν του συσσιτίου, όπως και οι εγγεγραμμένοι συνάδελφοί τους.
Αλλά ποια ήταν αυτή η «Γενική Διεύθυνσις Επισιτισμού» που έλεγε με τέτοιο κυνισμό στους Θεσσαλονικείς πότε θα έτρωγαν ψωμί και πότε όχι; Επρόκειτο για νεοπαγές σχήμα που συγκέντρωσε όλες τις αρμοδιότητες σχετικές με την προσφορά και τη διανομή των αγαθών. Ήταν προϊόν της ανακατανομής ισχύος στο εσωτερικό των τοπικών elites, που ταυτίστηκε με την απομάκρυνση του στρατηγού Νικόλαου Ρίζου Ραγκαβή από τη θέση του γενικού διοικητή Μακεδονίας.

Ο «διοικητής της περιοχής Μακεδονίας»
Ο Ραγκαβής είχε αποστρατεθεί μετά τη Μικρασιατική Εκστρατεία και ανακλήθηκε στην υπηρεσία κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου ως στρατιωτικός διοικητής Θεσσαλονίκης. Μετά την παράδοση του ελληνικού στρατού της Ανατολικής Μακεδονίας υπό τον στρατηγό Κ. Μπακόπουλο, την προέλαση των Γερμανών, την είσοδό τους στη Θεσσαλονίκη και την αυτοκτονία του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κορυζή, στις 19.4.1941 ο επικεφαλής των γερμανικών δυνάμεων, υποστράτηγος Von Krenzki, διόρισε τον Ραγκαβή «διοικητή της περιοχής Μακεδονίας με έδρα τη Θεσσαλονίκη». Ο διορισμός έγινε με το σκεπτικό ότι «ένεκα της φυγής πάντων σχεδόν των ιθυνόντων υπαλλήλων των ελληνικών υπηρεσιών κατέπαυσεν πάσα κανονική λειτουργία της ελληνικής διοικήσεως» και είχε σκοπό την αποκατάσταση της κανονικότητας. Ο Ραγκαβής προτάθηκε εκ μέρους του άτυπου συμβουλίου «προκρίτων» υπό την προεδρία του μητροπολίτη Γενναδίου, αφού προηγουμένως ο στρατηγός Μπακόπουλος απέρριψε την προσφορά.
Όταν σχηματίσθηκε η κυβέρνηση Γ. Τσολάκογλου, διόρισε και επισήμως τον Ραγκαβή στο αξίωμα του υπουργού-γενικού διοικητή Μακεδονίας, αν και όπως ο στρατηγός Τσολάκογλου έγραψε στην πολιτική διαθήκη του, «δεν αποτελούσε επιλογή του».
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστούν δύο σημεία: Πρώτον, στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή η συντριπτική πλειονότητα των πολιτικών δυνάμεων στην Ελλάδα θεωρούσε αυτονόητη τη συνέχεια του ελληνικού κράτους υπό τις συνθήκες της γερμανικής κατοχής. Ακόμη και ο εξόριστος πρωθυπουργός Τσουδερός, πριν αναχωρήσει από την Αθήνα, είχε συστήσει στους ανώτατους λειτουργούς να παραμείνουν στις θέσεις τους. Δεύτερον, το κατοχικό ελληνικό κράτος απέτυχε να συγκεντρώσει την -ούτως ή άλλως ελαττωμένη- αγροτική παράγωγή, με αποτέλεσμα να σημειωθεί έλλειψη αγαθών και μεγάλη άνοδος των τιμών στις πόλεις, έτσι που ένας μισθός να εξανεμίζεται σε λίγες μέρες. Πάντως, αν και το 1941 ο όγκος των εισαγωγών στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης μειώθηκε κατά 60% έναντι του 1940 και 75% έναντι του 1939, η κατάσταση ακόμη δεν ήταν τόσο τραγική όσο επρόκειτο να γίνει τους πρώτους μήνες του 1942.
Στη Θεσσαλονίκη κατέφθαναν ρακένδυτοι και πεινασμένοι χιλιάδες πρόσφυγες από την υπό βουλγαρική κατοχή Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (πλην Έβρου).
Επιπλέον, η παραγωγική δομή της Θεσσαλονίκης είχε υποστεί μεγαλύτερες απώλειες λόγω της εγγύτητας με το μέτωπο, με αποτέλεσμα να υπάρχει υψηλή ανεργία στην πόλη πριν καν την έκρηξη του ελληνοϊταλικού πολέμου. Επιπλέον, η Βουλγαρία είχε εξαπολύσει πόλεμο προπαγάνδας και στη γερμανική ζώνη κατοχής για να προσελκύσει τον σλαβόφωνο πληθυσμό.

Η κατοχική κυβέρνηση επιχείρησε να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα διευρύνοντας τη διοικητική δομή της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας και στελεχώνοντάς την με ανώτερους αξιωματικούς. Όμως, τα ανεπίλυτα οικονομικά προβλήματα βάρυναν τον Ραγκαβή, ο οποίος επιπλέον προκάλεσε και τη δυσφορία των γερμανικών υπηρεσιών, που όπως φαίνεται ζήτησαν την απομάκρυνσή του. Ο Ραγκαβής κλήθηκε στην Αθήνα και στις 30.11.1941 το υπουργικό συμβούλιο ανέθεσε καθήκοντα γενικού διοικητή Μακεδονίας στον 42χρονο δρ. Βασίλειο Σιμωνίδη. Ήδη στα 25 χρόνια του είχε διοριστεί επικεφαλής του Σταφιδικού Οργανισμού και έκτοτε είχε διαγράψει ιλιγγιώδη άνοδο στη διοικητή ιεραρχία. Τον Ιούνιο του 1941 ήταν ανώτατος σύμβουλος του υπουργείου Οικονομικών και αποσπάστηκε στη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας ως οικονομικός σύμβουλος με βαθμό και αποδοχές υφυπουργού και πολλές αρμοδιότητες, η άσκηση των οποίων ίσως προσέκρουσε στην ακαμψία του Ραγκαβή, που αναγκάστηκε να παραιτηθεί στις 12 Δεκεμβρίου 1941.
Μέριμνα για τα Χριστούγεννα
Η Γενική Διεύθυνση Επισιτισμού φαίνεται πως ήταν το σχήμα στο οποίο ο Σιμωνίδης απέβλεπε για την αποτροπή του επερχόμενου λιμού. Την προπαραμονή των Χριστουγέννων δέχθηκε σε συνεργασία τον διευθυντή της και ζήτησε να καταβληθούν όλες οι προσπάθειες για να χορηγηθούν εν όψει των εορτών «εις τα νοσοκομειακά ιδρύματα, τα φιλανθρωπικά τοιαύτα και το κοινόν αι αποφαισθείσα ποσότητες τροφίμων, εις όσον το δυνατόν μεγαλύτερον αριθμόν, εξασφαλιζομένων των μεταφορών αυτών εκ του εσωτερικού». Επίσης, ο νέος υπουργός έδωσε εντολές στην υπηρεσία Προνοίας να μην καθυστερήσει την καταβολή βοηθημάτων σε άπορους και πρόσφυγες. Πράγματι, η καταβολή χρηματικών άρχισε αυθημερόν, στα αστυνομικά τμήματα της πόλης, τα οποία επισκέφτηκε ο Μαντούβαλος για να βεβαιωθεί ότι όλα έγιναν ομαλά.
Μέριμνα για τους ανέργους εξέφραζε και η διαταγή της Γενικής Διοίκησης που έθετε ως προϋπόθεση για να είναι ανοιχτά τα καφενεία και τα καφεζυθοπωλεία την ημέρα των Χριστουγέννων να προέρχεται το ήμισυ του απασχολούμενου προσωπικού από ανέργους, που θα καλούνταν από τους καταλόγους της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης.
Με την ίδια διάταξη επιτράπηκε η λειτουργία εμπορικών καταστημάτων, κουρείων αλλά και εργοστασίων την Κυριακή μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς και μάλιστα με ωράρια που θα καθόριζαν οι ιδιοκτήτες τους, όπως και τις υπόλοιπες ημέρες των εορτών, ίσως με την ελπίδα να απασχολήσουν ανέργους.

Μελαγχολικά, ο χρονογράφος διαπιστώνει την απουσία χριστουγεννιάτικης ατμόσφαιρας: «Περνάμε την εποχή του δελτίου. Ακόμη και αν είχε κανείς χιλιόδραχμα για να τα επισείει, πάλι δεν θα μπορούσε να βρει ό,τι θέλει. Επίδειξις πλούτου δεν υπάρχει. Μήτε αμάξια, μήτε αυτοκίνητα τρέχουν στον δρόμο. Και όσα τρόφιμα έχει καταπιεί η μαύρη αγορά, είχε κρυμμένα και δεν είναι δυνατόν να τα ανακαλύψεις. Πώς να σκανδαλισθεί το μάτι σου και με τι;».
Έναν ασθενικό τόνο αισιοδοξίας έδιναν οι λιγοστές μικρές αγγελίες. «Θεραπεύεται ασφαλώς η πρόωρος λεύκανσις της κώμης. Πληροφορίαι Φαρμακείον Αντιγόνης Τούσα, οδός 25ης Μαρτίου 71». Όσο υπήρχε φιλαρέσκεια, ήταν ζωντανή η ελπίδα.
Σκάνδαλα και λανθασμένα μέτρα
Η Γενική Διεύθυνση Επισιτισμού δεν επρόκειτο να ζήσει πολύ. Έλαβε σειρά λανθασμένων μέτρων που έπληξαν όση παραγωγή και εμπόριο είχαν απομείνει. Για παράδειγμα, απαγόρευσε το εμπόριο μεταξύ γερμανικής και ιταλικής ζώνης κατοχής, εκτός αν γινόταν ανταλλαγές προϊόντων. Κυρίως όμως πνίγηκε στα σκάνδαλά της, με την οικειοποίηση μεγάλης ποσότητας τροφίμων. Ο διευθυντής της καταδικάστηκε σε θάνατο (αλλά δεν εκτελέστηκε). Πριν αποδεχτεί τη θέση αυτή, ήταν διευθυντής του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου. Ήδη από τις πρώτες μέρες του διορισμού του στη Γενική Διεύθυνση Επισιτισμού, παραμονές Χριστουγέννων, το Επιμελητήριο εξέδωσε ανακοίνωση και ξεκαθάριζε ότι το ίδιο δεν είχε καμία σχέση με τη Διεύθυνση Επισιτισμού, «πλην του ότι απεσπάσθη ο διευθυντής του δι’ αποφάσεως της Γενικής Διοικήσεως. Ήδη δι’ αποφάσεώς του το Επιμελητήριον ανέθεσε τα καθήκοντά του διευθυντή του σε άλλον τμηματάρχη».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»