Αντιμέτωποι με ποινικές ευθύνες έρχονται αυτοδιοικητικοί από τη Θεσσαλονίκη που, αψηφώντας τη γνωστή ως «διάταξη Βορίδη», αποφασίζουν να μην ασκήσουν έφεση σε βάρος συμβασιούχων εργαζομένων των δήμων τους, οι οποίοι διεκδικούν δικαστικά τη μονιμοποίησή τους.
Η «διάταξη Βορίδη» (το άρθρο 37 του Ν. 4915/2022) τείνει να γίνει ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα στις σχέσεις μεταξύ κεντρικής διοίκησης και τοπικής αυτοδιοίκησης. Στην πράξη, η ρύθμιση αφαιρεί από τους δήμους τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίζουν αν θα προσφύγουν (ή όχι) κατά πρωτόδικων δικαστικών αποφάσεων που δικαιώνουν συμβασιούχους οι οποίοι ζήτησαν τη μονιμοποίησή τους. Με τη «διάταξη Βορίδη», η άσκηση έφεσης από τους δήμους καθίσταται υποχρεωτική.
Αρκετοί δήμοι σε όλη την Ελλάδα γυρνούν την πλάτη στη διάταξη, επιλέγοντας, μέσω των δημοτικών τους συμβουλίων, να μην ασκήσουν ένδικα μέσα κατά δικαστικών αποφάσεων που οδηγούν στη μονιμοποίηση των συμβασιούχων. Η αρχή έγινε από τον δήμο Καισαριανής, ενώ και ο δήμος Αθηναίων έλαβε ανάλογη απόφαση που επιτρέπει τη νομιμοποίηση συνολικά 318 εργαζομένων.
Στη Θεσσαλονίκη, αυτές τις μέρες, δημοτικοί σύμβουλοι που υπηρέτησαν την προηγούμενη δημοτική περίοδο στον δήμο Κορδελιού – Ευόσμου, λαμβάνουν κλήτευση για προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να λάβουν γνώση της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας για ενδεχόμενη τέλεση αξιόποινων κακουργηματικών πράξεων. Πρόκειται για όσους είχαν ψηφίσει αρνητικά στο να ασκήσουν έφεση στο δικαστήριο σε βάρος συμβασιούχων του δήμου που κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και πρωτόδικα είχαν δικαιωθεί.

Κακουργηματικές πράξεις
Ο Νίκος Ζυγάς ήταν ένας από αυτούς που ως επικεφαλής τότε δημοτικής παράταξης στον δήμο είχε αποφασίσει να πάρει την ευθύνη και να βοηθήσει τους εργαζόμενους. Σήμερα έχει στα χέρια του την κλήτευση και είναι αντιμέτωπος με κατηγορία για την τέλεση τριών αξιόποινων πράξεων.
Μιλώντας στη «Θ», ο κ. Ζυγάς κάνει λόγο για ποινικοποίηση της πολιτικής δράσης και για το «νόμιμο» που συγκρούεται με το δίκαιο. «Η στάση μας δεν ήταν μια τυπολατρική διοικητική ενέργεια, αλλά η έμπρακτη εκδήλωση της κοινωνικής ευθύνης που απορρέει από τη λαϊκή εντολή. Ο δημοτικός σύμβουλος δεν είναι ένας άβουλος διεκπεραιωτής αποφάσεων, αλλά ο άμεσος εκπρόσωπος των πολιτών. Η ψήφος και η δημόσια τοποθέτηση υπέρ των εργαζομένων αποτελούν κορυφαία πολιτική πράξη που προστατεύεται από το Σύνταγμα», τονίζει και προσθέτει ότι η ποινικοποίησης της αλληλεγγύης θυμίζει «άλλες, σκοτεινές εποχές».
Για τον ίδιο, η πολιτική στάση ήρθε σε ευθεία σύγκρουση με την ποινική ευθύνη. «Η ηθική μας βάση είναι ξεκάθαρη: Προτεραιότητα έχει το δίκαιο έναντι του τυπικά “νόμιμου”. Όταν ένας νόμος οδηγεί στην εξαθλίωση ανθρώπων που προσφέρουν ουσιαστικό έργο, ο αιρετός οφείλει να πάρει θέση. Αρνηθήκαμε να γίνουμε “γρανάζια” μιας απρόσωπης γραφειοκρατίας που θυσιάζει ζωές για να ικανοποιήσει ψυχρούς αριθμούς. Οι νόμοι υπάρχουν για να υπηρετούν την κοινωνία και όχι η κοινωνία τους νόμους. Αν η τήρηση του “γράμματος” οδηγεί στην κοινωνική αδικία, τότε η ιστορική και πολιτική μας ευθύνη επιβάλλει τη σύγκρουση. Η Δικαιοσύνη οφείλει να αντιληφθεί ότι η πολιτική κρίση δεν χωρά σε κελιά. Είναι επιτακτική ανάγκη η πολιτεία, εν έτει 2026, να προχωρήσει σε τολμηρές αλλαγές που θα αναγνωρίζουν την πραγματικότητα των δήμων, θα θωρακίζουν τους αιρετούς και θα διασφαλίζουν μόνιμες σχέσεις εργασίας. Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο εκφοβισμού της πολιτικής βούλησης», επισημαίνει ο κ. Ζυγάς.
«Ψηφαλάκια» και όχι νομιμότητα
Βέβαια, ο νόμος είναι σαφής: ο δήμος είναι υποχρεωμένος να κάνει έφεση και εφόσον οι εργαζόμενοι δικαιωθούν στο εφετείο, κάνει αποδεκτή την απόφαση. Πόσοι όμως από τους εκατοντάδες εργαζόμενους που ως συμβασιούχοι διεκδικούν δικαστικά τη μονιμοποίησή τους, έχουν δικαιωθεί και δευτερόδικα; «Ελάχιστοι», παραδέχεται δικηγόρος που ασχολείται με ανάλογες υποθέσεις. «Πρωτόδικα αρκετοί δικαιώνονται, ανάλογα με την περίπτωση. Στο εφετείο όμως είναι ελάχιστοι όσοι τα καταφέρνουν», τονίζει.
Κάποιοι αιρετοί μιλούν για λαϊκισμό, κατηγορώντας συναδέλφους τους δημοτικούς συμβούλους ότι στην ουσία για χάρη των ψήφων, αποφασίζουν να ζημιώσουν οικονομικά τον δήμο τους. «Εφόσον οι εργαζόμενοι γνωρίζουν ότι υπογράφουν μια σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να διεκδικούν μονιμότητα. Αλλά ακόμη κι αν το δικαιούνται ένας αργαζόμενος, αυτό θα φανεί στα δικαστήρια και στο εφετείο. Να υπενθυμίσουμε ότι εφόσον οι εργαζόμενοι δικαιωθούν, το κόστος της μισθοδοσίας “περνά” στον δήμο και δεν βαραίνει πλέον τον κρατικό προϋπολογισμό, όπως συμβαίνει συνήθως με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Αυτό σημαίνει ζημία για τα οικονομικά των δήμων, η οποία προκαλείται με απόφαση δημοτικών συμβούλων, δηλαδή ανθρώπων που στην ουσία είναι εκεί για να προστατεύουν τον δήμο τους», επισημαίνει στη «Θ» αυτοδιοικητικός που αποφάσισε να απέχει από αντίστοιχη ψηφοφορία στον δήμο του.
«Λύση» η αποχή
Την οδό της αποχής επέλεξαν πρόσφατα και οι περισσότεροι δημοτικοί σύμβουλοι της πλειοψηφίας στον δήμο Παύλου Μελά. Η υπόθεση αφορούσε την άσκηση ή μη ένδικων μέσων κατά των δικαστικών αποφάσεων που δικαίωσαν 31 εργαζόμενους στους παιδικούς σταθμούς του δήμου, οι οποίοι «έκλεισαν» 13 χρόνια δουλειάς με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που ανανεώνονταν. Κατόπιν προσφυγής τους, αποφάσεις δύο δικαστηρίων δικαίωσαν τους εργαζομένους, καθώς οι δικαστές δέχτηκαν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, με αποτέλεσμα στην ουσία να ανάψει «πράσινο φως» για μετατροπή των συμβάσεων τους σε αορίστου χρόνου. Το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε να μην ασκήσει έφεση. Αυτή η απόφαση όμως ελήφθη στην ουσία μόνο με τις ψήφους της αντιπολίτευσης!
Σε εκείνη τη συνεδρίαση ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου, δικηγόρος Αλέξης Παπαδόπουλος, είχε ξεκαθαρίσει ψηφίζοντας κατά των εργαζομένων: «Δεν υπάρχει άλλη λύση από το να εφαρμόσει το δημοτικό συμβούλιο τον νόμο. Έγινε διερεύνηση για τυχόν εναλλακτικές λύσεις, αλλά και ως προς τις κυρώσεις και τις ευθύνες. Η κατάληξη είναι απλή: το δημοτικό συμβούλιο, ο δήμαρχος, οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να εφαρμόζουν τον νόμο. Τι μήνυμα περνάει ένα ΔΣ όταν λέει ότι θα εφαρμόζει το νόμο αλά καρτ;»
«Κατάντια»
Για «κατάντια» είχε μιλήσει τότε ο πρώην δήμαρχος Παύλου Μελά, Δημήτρης Δεμουρτζίδης, που έκανε λόγο για πολιτική ευθύνη και είχε πει απευθυνόμενος στη διοίκηση: «Αν δεν μπορείτε να διοικήσετε να φύγετε, να έρθουν άλλοι που μπορούν».
Μιλώντας στη «Θ» ο κ. Δεμουρτζίδης τονίζει αναφορικά με τη διάταξη Βορίδη: «Πιστεύω ότι είναι δικαίωμα του κάθε δήμου να κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη και τα οικονομικά του, αν θα προχωρήσει ή όχι σε άσκηση έφεσης σε βάρος μιας απόφασης που δικαιώνει εργαζομένους του. Άλλωστε, και τις πρωτόδικες αποφάσεις δικαστές τις βγάζουν, που γνωρίζουν τη διάταξη Βορίδη. Στην υπόθεση στον δήμο μας, οι υπάλληλοι που προσέφυγαν εργάζονται επί χρόνια σε μια νευραλγική υπηρεσία του δήμου. Δεν θα μπορούσε η απόφαση να είναι διαφορετική. Οι περισσότεροι δημοτικοί σύμβουλοι της διοίκησης επέλεξαν την άτακτη φυγή, υπό τον φόβο των επιπτώσεων και η απόφαση για μη άσκηση έφεσης εγκρίθηκε με τις ψήφους της αντιπολίτευσης, που, ναι, πήρε την ευθύνη».

Υπέρ της αυτοτέλειας των δήμων η ΚΕΔΕ
Η διάταξη φαίνεται να μεταφέρει το βάρος από την πολιτική απόφαση ενός δημοτικού συμβουλίου στην ατομική ποινική και πειθαρχική ευθύνη των αιρετών.
Οι αιρετοί βρίσκονται μπροστά στο δίλημμα να στηρίξουν τους εργαζόμενους που καλύπτουν πάγιες ανάγκες ή να προστατεύσουν τον εαυτό τους από νομικές κυρώσεις.
Μιλώντας στη «Θ» ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ, δήμαρχος Αμπελοκήπων – Μενεμένης, Λάζαρος Κυρίζογλου ξεκαθαρίζει με ακρίβεια ότι με βάση το άρθρο 102 του Συντάγματος, στο οποίο κατοχυρώνεται η διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια των δήμων, τονίζεται ότι «πρέπει να επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια κάθε δήμου ώστε δια του δημοτικού του συμβουλίου να αποφασίζεται αν θα πρέπει να ασκήσει ή να μην ασκήσει έφεση, βλέποντας και τις οικονομικές δυνατότητες του δήμου».
Υπενθυμίζεται ότι το ΔΣ της ΚΕΔΕ ομόφωνα το 2024 (στη «σκιά» αντίστοιχης υπόθεσης στον δήμο Αγίου Δημητρίου) αποφάσισε έγγραφη στήριξη στο αίτημα άρσης της ισχύος του άρθρου 37 του Νόμου 4915/2022, δηλαδή της «διάταξης Βορίδη».
Ο νέος Ενιαίος Κώδικας αυστηροποιεί τους περιορισμούς για τους δήμους
Η κυβέρνηση πάντως φαίνεται πως επιμένει. Συγκεκριμένα, ο νέος Ενιαίος Κώδικας για την Τοπική Αυτοδιοίκηση που θα τεθεί σε δημόσια διαβούλευση τον Φεβρουάριο, φαίνεται πως μονιμοποιεί και αυστηροποιεί τον περιορισμό των δήμων στο θέμα των συμβασιούχων, κλείνοντας τα νομικά κενά που επέτρεπαν μέχρι τώρα «αντάρτικα» δημοτικών αρχών.
Με βάση το προσχέδιο και τις πρόσφατες ενημερώσεις στο άρθρο που αναφέρεται σε κατάργηση αποφάσεων δημοτικού συμβουλίου, προβλέπεται ότι αφαιρείται από το δημοτικό συμβούλιο η αρμοδιότητα να αποφασίζει για τη μη άσκηση ένδικων μέσων (έφεση) σε υποθέσεις εργασιακών σχέσεων. Η αρμοδιότητα αυτή μεταφέρεται πλέον αποκλειστικά στη Δημοτική Επιτροπή, η οποία δεσμεύεται από τον νόμο για την υποχρεωτική άσκηση έφεσης.
Προφανώς, στόχος του νέου Κώδικα είναι η διαδικασία να γίνεται σχεδόν «αυτόματα», χωρίς να απαιτείται καν απόφαση συλλογικού οργάνου σε ορισμένες περιπτώσεις, ώστε να αποφεύγονται τα «παράθυρα» που χρησιμοποιούσαν ορισμένοι δήμοι για να παραμένουν οι εργαζόμενοι στις θέσεις τους.
Η κυβέρνηση επιμένει ότι η μονιμοποίηση προσωπικού πρέπει να γίνεται μόνο μέσω ΑΣΕΠ και όχι μέσω δικαστικών αποφάσεων που δεν εφεσιβάλλονται. Ο νέος Κώδικας θωρακίζει νομικά αυτή τη θέση, καθιστώντας σαφές ότι η άσκηση έφεσης είναι μονόδρομος για τη διοίκηση του δήμου, ακόμη κι όταν πρόκειται για εργαζόμενους που αποδεδειγμένα, επί σειράν ετών, απασχολούνται στην ίδια θέση με τα ίδια καθήκοντα, καλύπτοντας προφανώς πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»