Ο Τόλης Παπαδημητρίου είναι ένας δημιουργός που ζει και αναπνέει στη σκηνή. Με ανεξάντλητη ζωντάνια, πνευματώδη ευστροφία και μοναδικό ταλέντο να συνδυάζει κωμωδία και αλήθεια, καταφέρνει να μετατρέπει καθημερινές καταστάσεις σε μικρά θεατρικά θαύματα. Το χιούμορ του δεν είναι απλώς για γέλιο. Είναι τρόπος να δει κανείς τον κόσμο αλλιώς, να τον αντιληφθεί, να τον αμφισβητήσει και να τον αγαπήσει ακόμη κι αν είναι χαοτικός. Ένα δημιουργικό μυαλό που δεν σταματά ποτέ να αναζητά, να παρατηρεί και να παίζει με την πραγματικότητα, σ’ ένα σύμπαν όπου η ευαισθησία, η σάτιρα, η παιδικότητα και η αφοσίωση συνυπάρχουν με τον δικό του μοναδικό τρόπο.
Πώς γεννήθηκε η ιδέα της «Οικογένειας Τσεκμέ»; Από που άντλησες στοιχεία και χαρακτήρες;
Αυτή η ιδέα γεννήθηκε παλιά, όταν ήμουν στη Σχολή και είχα γράψει ένα έργο. Τώρα το διασκεύασα και το μεταποίησα. Ξεκίνησε από μια προσωπική εμπειρία. Ένας φίλος μου πριν φύγει διακοπές μου ζήτησε να προσέχω τα δύο σκυλιά του. Δεν τα κατάφερα, γιατί ήταν πολύ άγρια, κι έτσι τα ανέλαβε κάποιος άλλος. Το αίσθημα ότι μου εμπιστεύονται κάτι και δεν μπορώ να ανταποκριθώ μου έδωσε την ιδέα για μια ιστορία με έναν επισκέπτη. Στη συνέχεια η σκέψη πέρασε στο φαντασιακό. Προέκυψαν χαρακτήρες που θεωρώ αναγνωρίσιμους στην ελληνική κοινωνία. Οι έξι από αυτούς -πέρα από τον Ισπανό τουρίστα- είναι πρόσωπα της καθημερινότητας, έντονα τραβηγμένα προς το κωμικό τους στοιχείο.
Συγγενεύει με τη «Μαύρη Σαμπούκα»; Σχετίζονται τα δύο έργα;
Ναι. Τα τρία αδέρφια της «Οικογένειας Τσεκμέ» είναι ξαδέρφια ενός χαρακτήρα από τη «Μαύρη Σαμπούκα», του Τάκη Τσεκμέ, ενός απόντα χαρακτήρα, βέβαια. Με αυτή την έννοια υπάρχει πρακτική συγγένεια. Στην ουσία, όμως, συγγενεύει γιατί διατηρείται έντονα το προσωπικό μου χιούμορ και ο τρόπος γραφής. Απλώς εδώ το έργο έχει ανοίξει, έχει γίνει πολυπρόσωπο. Παρ’ όλα αυτά, θέλω να πιστεύω πως θυμίζει με θετικό τρόπο, τη «Σαμπούκα». Η μαγιά του, ο πυρήνας του παραμένει ίδιος.
Ποιος είναι ο Σάκης που ερμηνεύεις; Έχεις κοινά στοιχεία με τον χαρακτήρα του;
Ο Σάκης Τσεκμές είναι ο μικρότερος από τα αδέρφια και θέλει να γίνει τραγουδιστής – έχει μεγάλο «ψώνιο» μ’ αυτό, που είναι και το μόνο κοινό μας. Εκείνος πιστεύει ότι το έχει, εγώ ξέρω ότι όχι. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να μπει στο «The Voice» και να κάνει καριέρα, χωρίς όμως να κάνει πολλά προς αυτή την κατεύθυνση. Είναι τυπικός της γενιάς μας: θέλει πράγματα, τα έχει στο μυαλό του, αλλά δεν προχωρά ουσιαστικά. Από την άλλη, δεν έχει και πολλές ευκαιρίες. Δεν τον κατηγορώ, εννοείται, αφού ερμηνεύω και το ρόλο, και πάντα ψάχνω το δίκιο στο ρόλο. Παρασιτεί λίγο στον μεγάλο αδερφό και προσπαθεί να τα βγάλει πέρα ανώδυνα. Βρίσκεται πάντα στο χειρότερο σημείο τη χειρότερη στιγμή, αλλά τελικά καταφέρνει να το γυρίσει. Πέρα από το «ψώνιο» με το τραγούδι, έχουμε κοινό ότι πάντα βρίσκουμε τρόπο να βγάζουμε την άκρη. Κι αυτό το έχω.
Στην «Οικογένεια Τσεκμέ» όλα μπορούν να συμβούν και στη Θεσσαλονίκη ακόμα περισσότερα. Θα δούμε δηλαδή κάτι διαφορετικό;
Το έργο διαμορφώνεται ανάλογα με το θέατρο, την επικαιρότητα, αλλά και την ίδια την πόλη. Μπαίνουν πάντα καινούργια στοιχεία. Κάθε φορά που έρχομαι στη Θεσσαλονίκη, την οποία αγαπάω πάρα πολύ, είμαι διαρκώς σε επαφή με το κοινό, το οποίο είναι από τα πιο εξωστρεφή που έχω γνωρίσει και έχω παίξει. Με τιμάτε πάρα πολύ στη Θεσσαλονίκη. Αυτό μου δίνει ακόμη περισσότερη έμπνευση· έτσι, είτε αυτοσχεδιαστικά είτε όχι, προκύπτουν διάφορα πράγματα πέρα από όσα συμβαίνουν στην Αθήνα.
Ένα έγκλημα στη Βικτόρια, ένας Ισπανός τουρίστας, τραπ, γιόγκα, στριπτιζάδικο, «Άγιος Έρωτας»! Χάος μου φαίνεται…
Είναι ένα χάος, αλλά παρουσιάζεται δομημένα, ώστε ο θεατής να καταλαβαίνει τι συμβαίνει. Μέσα από αυτό, προσπάθησα να αποτυπώσω την ελληνική κοινωνία με γκροτέσκο ματιά, που φυσικά περιέχει το χάος. Όλες οι κοινωνίες είναι χαοτικές· ζούμε σε έναν κόσμο γεμάτο αντιφάσεις, όπου το παλιό συνυπάρχει με το καινούριο, δημιουργώντας ένταση και «τρέλα», ειδικά για τη δική μας γενιά. Ως χώρα, βρισκόμαστε ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή. Το DNA μας είναι Ανατολή, αλλά ντε και σόνι ζούμε στη Δύση. Το μυαλό μας είναι στη Δύση, ενώ η τσέπη μας δεν είναι η τσέπη της Γερμανίας. Είμαστε πιο κοντά στην Αμερική. Εννοώ ως χάος. Έχουμε όμως και Ανατολίτικα στοιχεία, όπως το φιλότιμο, που μας χαρακτηρίζει. Όλα αυτά συνθέτουν ένα μείγμα αντιφάσεων, μια σύγχυση που είναι υπαρκτή στην κοινωνία μας.
Τι σε ενδιαφέρει περισσότερο να αναδείξεις μέσα από αυτή την ιστορία;
Η πρώτη μου έγνοια είναι ο θεατής να γελάσει. Να φωτιστεί αυτό το αίσθημα, να του κινήσω τη διάθεση για γέλιο και να χαθεί λίγο μέσα σε αυτό. Να βρεθεί σε ένα σύμπαν όπου μπορεί να αφεθεί. Από εκεί και πέρα, σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, το έργο μιλά για ανθρώπους που αναγκάζονται να συγκαλύψουν ένα έγκλημα, κάτι που, με έναν τρόπο, μας είναι πολύ οικείο. Μόνο που εδώ, με έναν τρόπο τον οποίο δεν μπορώ να αποκαλύψω, όλο αυτό το πράγμα υπονομεύεται.
Δεν αντιμετωπίζεται με σοβαροφάνεια, αλλά σχεδόν σαν μια προσπάθεια εξορκισμού. Αλλά σίγουρα θέλω να στηλιτεύσω την οικογενειακή νοοτροπία να κρύβουμε τα πράγματα κάτω από το χαλί και να λέμε «άστο, προχώρα». Είναι ωραίο να προχωράς μπροστά, αλλά αν δεν αντιμετωπίσεις όσα αφήνεις πίσω σου, κάποια στιγμή θα τα βρεις μπροστά σου.

Γελάμε με τα χάλια μας ή έχουμε ένα φόβο για την εικόνα μας;
Αυτό είναι και κάπως προσωπικό. Πιστεύω πως, όταν εμείς που φτιάχνουμε αυτό το θέαμα καταφέρνουμε με έναν απενοχοποιημένο τρόπο να μεταφέρουμε όλο αυτό το «χάλι», τότε και ο θεατής μπορεί να γελάσει με αυτό. Μπορεί να γελάσει, δηλαδή, με τα ίδια του τα χάλια, αρκεί να μην αναγνωρίζει άμεσα ότι είναι δικά του. Να γελά με όσα βλέπει να συμβαίνουν «κάπου αλλού», όχι στον ίδιο.
Η ελληνική οικογένεια έτσι όπως είναι πια δομημένη σώζει ή μπλέκει;
Δεν ξέρω πώς λειτουργούν οι οικογένειες σε άλλες χώρες. Όπως έλεγαν οι αρχαίοι: «Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα». Η οικογένεια είναι η πρώτη μας κοινωνία και μαζί συνθέτουν την κοινωνία συνολικά. Από εκεί και πέρα, δεν θέλω να είμαι απόλυτος. Δεν ενστερνίζομαι την άποψη ότι οι οικογένειες είναι συνολικά «λάθος» ή ότι η ελληνική οικογένεια είναι η χειρότερη και πρέπει να αποδομηθεί. Οι κάθετες θέσεις, για μένα, είναι προβληματικές. Ο καθένας μπορεί να κρατήσει κάτι καλό από την οικογένεια ως εστία, αλλά χρειάζεται προσωπική δουλειά για να ξεχωρίσει τι είναι δικό του και τι όχι. Έγκειται στον καθένα αν η οικογένεια θα τον στηρίξει ή θα τον μπλέξει περισσότερο. Η σκέψη αυτή επιστρέφει στη μονάδα, στο τι κάνει ο καθένας για τον εαυτό του.
Γιατί ανεβάζεις μόνο κωμωδίες, είναι ένας τρόπος να πεις κάτι σοβαρό, να μεταφέρεις μηνύματα, να πάρεις θέση με αστείο τρόπο, πιο ανώδυνα;
Νιώθω ότι το να κάνω τον άλλον να γελάει είναι ο τομέας μου. Χωρίς να θέλω να ακουστεί ψωνίστικο, πιστεύω πως έχω ένα χάρισμα, ένα κάπως διαστρεβλωμένο πρίσμα μέσα από το οποίο βλέπω τα πράγματα, που τελικά απελευθερώνει τον άλλον και τον κάνει να γελά. Το απολαμβάνω και εγώ ο ίδιος. Στη διαδικασία της πρόβας και της παράστασης νιώθω σαν στο σπίτι μου όταν κάνω κωμωδία. Πιστεύω πολύ σε αυτό που λέει ο εξαιρετικός συγγραφέας Oscar Wilde: «αν θες να πεις στους ανθρώπους την αλήθεια, κάν’ τους να γελάσουν, αλλιώς θα σε σκοτώσουν». Θεωρώ πως μια μεγάλη αλήθεια λέγεται πολύ πιο εύκολα μέσα από το γέλιο.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν εκτιμώ τα κλασικά έργα ή ότι δεν θα ήθελα κάποια στιγμή να ασχοληθώ με αυτά. Απλώς, αυτή την περίοδο, είναι και μια προσωπική ανάγκη. Από τη διαδικασία της γραφής, που μπορεί να διαρκέσει και έναν χρόνο, μέχρι τις πρόβες και το ανέβασμα της παράστασης, και έπειτα το καθημερινό παίξιμο, έχω ανάγκη να γελάω κι εγώ ο ίδιος. Να ελευθερώνομαι, κάνοντας και τους άλλους να γελούν. Προς το παρόν ανεβάζω δικά μου έργα, γιατί νιώθω πως έχω χαρακτήρες που θέλω να συστήσω στο κοινό. Έχω υλικό και, επιπλέον, υπάρχει μια διαφορετική ελευθερία όταν πρόκειται για δικό μου έργο. Θαυμάζω πολλά έργα και, κάποια στιγμή, αναπόφευκτα θα ανεβάσω και δουλειές άλλων δημιουργών.
Γράφεις, σκηνοθετείς, πρωταγωνιστείς. Ποιο «κομμάτι» σου κρύβεις πιο συχνά μέσα στους ρόλους;
Ωραία ερώτηση. Η αλήθεια είναι ότι συνήθως γράφω τους ρόλους ώστε να έρχονται αντιμέτωποι με ακραίες καταστάσεις. Και αυτό είναι το αστείο στην κωμωδία, η οποία, με έναν τρόπο, είναι μια τραγωδία από απόσταση. Αντιμετωπίζω καταστάσεις που δεν είναι σουρεαλιστικές, αλλά πραγματικά ακραίες, όπως, για παράδειγμα, ένα έγκλημα. Αυτό το κομμάτι το κρύβω στην καθημερινότητά μου· δεν μπορώ να το εκφράσω αλλιώς. Γι’ αυτό μου αρέσει να αποδίδω αυτή την ακρότητα στο θέατρο.
Και ποιο είναι αυτό το ελληνικό στερεότυπο που αγαπάς να καταστρέφεις περισσότερο στα έργα σου, που σε εξοργίζει και το κάνεις κωμωδία;
Ωραία ερώτηση κι αυτή. Την υπερβολική αρρενωπότητα. Δεν θα πω «τοξική», γιατί δεν μ’ αρέσει ο όρος. Την αρρενωπότητα, την πολύ «ματσίλα» θα το πω εγώ, νομίζω ότι την ξορκίζω στο έργο μου. Προσπαθώ, τουλάχιστον. Με έναν τρόπο, οι ανδρικοί χαρακτήρες υπονομεύονται και εξανθρωπίζονται πολύ και μιλάνε και πολύ συναισθηματικά. Στην εποχή μας γίνεται αυτό, αλλά ένα τέτοιο στερεότυπο, ναι, νομίζω πως το ξορκίζω κάπως.
Στο σύγχρονο τρόπο ζωής υπάρχει κάτι που σου φαίνεται βαθιά κωμικό αλλά κανένας δεν γελάει με αυτό;
Η πολιτική σκηνή της χώρας αυτή τη στιγμή μου φαίνεται κωμική, σχεδόν γελοία. Φυσικά, καλά κάνουμε και δεν γελάμε, γιατί δεν θα έπρεπε να γελάμε, αλλά ορισμένα πράγματα και κάποιοι τρόποι που έχει επιλέξει αυτή η κυβέρνηση, αλλά και συγκεκριμένα πρόσωπα της κυβέρνησης, είναι πραγματικά αστεία. Και δεν μιλάω μόνο για τη Νέα Δημοκρατία. Αυτό αφορά γενικά όλο το πολιτικό σύστημα που έχει διαμορφωθεί στη χώρα. Υπάρχει μια διάθεση που θυμίζει, με έναν τρόπο, μοναρχία – όταν δεν υπάρχει ουσιαστικός αντίπαλος – και όλο αυτό μου φαίνεται, παρόλο που είναι σοβαρό, εξαιρετικά αστείο.

Υπάρχει κάτι που δεν θα σατίριζες ποτέ;
Είμαι κατά της πολιτικής ορθότητας όπως υπάρχει σήμερα, με την έννοια των απαγορεύσεων. Είμαι κατά των απαγορεύσεων γενικά. Σε αυτά τα θέματα, ο καθένας μπορεί να κάνει ή να πει ό,τι θέλει και να κριθεί από το κοινό, από το χρόνο, από την ποιότητα της δουλειάς του. Παρόλα αυτά, δεν θα πιανόμουν ποτέ με το θέμα της αναπηρίας. Δεν ξέρω ακριβώς γιατί, έχω αυτή την ευαισθησία. Έχω ακούσει κωμικούς να κάνουν αστεία γι’ αυτό και για κάποιο λόγο δεν γελάω. Παρ’ όλα αυτά, δεν θα μπορούσα να πω σε κάποιον να μην το κάνει, απλώς επειδή εγώ δεν γελάω. Μου φαίνεται αστείο που υπάρχει μια ολόκληρη γενιά που καθορίζει τι θα πει ο άλλος με βάση το πώς νιώθει εκείνη. Δηλαδή, πολλές φορές αυτό που αισθάνομαι εγώ αποκτά υπερβολική σημασία. Το ότι ενοχλούμαι από κάτι δεν σημαίνει ότι πρέπει να αλλάξει όλος ο κόσμος για να μην ενοχλούμαι.
Δεν αγιάζω τα παλιά, ότι καλά έκαναν και κορόιδευαν τους ομοφυλόφιλους κτλ. Με τίποτα! Αλλά η αλήθεια, πιστεύω, βρίσκεται κάπου στη μέση. Δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Όσο για την αναπηρία, εγώ προσωπικά δεν θα πιανόμουν ποτέ να την κοροϊδέψω. Κάτι μέσα μου δεν το επιτρέπει, και δεν το κάνω.
Σε μια εποχή όλοι χτίζουν εικόνα, τι σημαίνει για σένα να εκτίθεσαι χωρίς φίλτρο;
Εντάξει, αυτό έχει ένα ταμείο και αυτό θα το δείξει ο χρόνος. Φοβάμαι την έκθεση, δεν σημαίνει ότι δεν τη σκέφτομαι ή ότι αγνοώ τις συνέπειες. Απλώς είναι σαν ένα πακέτο που πρέπει να το πάρεις ολόκληρο. Η δουλειά που έχω επιλέξει, ο τρόπος που την κάνω – αρκετά συγκεντρωτικός, με το να γράφω, να σκηνοθετώ, να αναλαμβάνω όλη την ευθύνη – αναγκαστικά φέρνει και αυτή τη συνέπεια. Δηλαδή έχω το σπίτι πρέπει να πληρώσω και τον ΕΜΦΙΑ, κάπως έτσι. Δεν μου αρέσει ότι μπορώ να γίνω βορά στον καθένα, αλλά, από την άλλη, έτσι πάει. Είναι το ίδιο νόμισμα. Όταν όλοι με συγχαίρουν, πάλι δεν εκτίθεμαι;
Υπάρχει κάτι με το οποίο ακόμα δεν έχεις συμφιλιωθεί στη ζωή, στην καθημερινότητα;
Πάρα πολλά. Αλλά νομίζω είναι θέμα ψυχοθεραπείας. Ακόμα δεν έχω συμφιλιωθεί με το «πρέπει», με το ότι κάτι πρέπει να γίνει. Ακόμα και τώρα σκέφτομαι: χθες παίξαμε, θα ξαναπάμε αύριο; Έλεος! Αλλά, ναι, αυτή είναι η δουλειά.
Δεν έχω συμφιλιωθεί με το να πρέπει να κάνω κάτι σε συγκεκριμένη ώρα, με το οποιοδήποτε «πρέπει». Να πληρώσω τις δόσεις της εφορίας, π.χ. Πάλι; Ναι, πάλι. Δεν έχω συμφιλιωθεί με αυτά τα απλά πράγματα και δεν νομίζω ότι θα συμφιλιωθώ ποτέ. Και, για να πω την αλήθεια, δεν ξέρω αν κανείς είναι πραγματικά συμφιλιωμένος με αυτά.
Αν μπορούσες να καλέσεις έναν φανταστικό χαρακτήρα για καφέ, ποιος θα ήταν;
Από Έλληνες, θα καλούσα σίγουρα τη Ντένι Μαρκορά από τους «Δυο Ξένους» (γέλια). Θα ήθελα πολύ να πάω για καφέ μαζί της. Και θα ήθελα να ήμουν στο αυτοκίνητο με τον Τζον Τραβόλτα και τον Σάμιουλ Λ. Τζάκσον στην ταινία «Pulp Fiction»! Θα ήταν τέλειο.
Φαίνεσαι άνθρωπος του πολύ. Πολύ χαίρεσαι, πολύ λυπάσαι, πολύ ενθουσιάζεσαι. Με ποια επίθετα θα περιέγραψες τον εαυτό σου;
Ναι, ναι. Αυτό το έχω πάρει από τη μαμά μου. Δημιουργικός. Παίζω safe τώρα, αλλά όντως είμαι δημιουργικός. Είμαι κι ευαίσθητος, ακόμα κι αν δεν φαίνεται. Βασικά θα πω αυτό που μου λένε. Με λένε συνέχεια τρελάκια. Αλλά όχι τρελό όμως, ξέρεις, τρελάκια.
Κρύβει μια παιδικότητα αυτό.
Ναι, ισχύει. Μα έτσι κι αλλιώς, ειδικά όσοι ασχολούμαστε με την υποκριτική, έχουμε μια παιδικότητα. Είναι ο τρόπος που δουλεύουμε, με πλήρη αφοσίωση.
Προσωπικά δείχνω πολύ αφοσίωση στη δουλειά μου, και αυτό θυμίζει ένα παιδί που έχει ένα παιχνίδι και παίζει, που είναι όλος ο κόσμος του εκεί, πλήρως αφοσιωμένο. Χαίρομαι γι’ αυτό. Μπορεί να με δυσκολεύει λίγο στην προσωπική μου ζωή, η αλήθεια είναι, αλλά χαίρομαι που έχω αυτό το κομμάτι στον χαρακτήρα μου.

Στο σινεμά θα σε δούμε κάποια στιγμή με κάποια ιδιότητα;
Σίγουρα. Το θέλω πολύ, το συζητάω, το προσπαθώ και πιστεύω ότι θα γίνει. Απλώς δεν έχω κάτι να ανακοινώσω ακόμα. Θέλω να κάνω ταινία τη «Μαύρη Σαμπούκα» και να συστηθώ κι έτσι, να σκηνοθετήσω μπροστά στην κάμερα. Με τις ιδέες που έχω, με έναν δικό μου τρόπο, συνδυάζοντας όσα έχω δει και όσα έχω επιλέξει από αυτά. Σίγουρα, με τη βοήθεια καλών συνεργατών, και να δοκιμαστώ και σε αυτό, γιατί η ταινία μένει. Και ο Θεός μαζί μας μετά (γέλια).
Στην τηλεόραση υπάρχει κάτι στα σκαριά;
Υπάρχει κάτι που συζητάμε, πηγαινοέρχεται, θα δούμε, δεν μπορώ να πω κάτι συγκεκριμένο. Η τηλεόραση, άλλωστε, αυτή τη στιγμή είναι αρκετά στενός χώρος για την κωμωδία. Πιστεύω όμως ότι θα ανοίξει. Θέλω να προχωρήσω με κάτι που να έχει τη δική μου σφραγίδα, και επειδή η σφραγίδα μου είναι αρκετά κωμική, ίσως χρειαστεί χρόνος. Αλλά ναι, κάτι υπάρχει. Κι αυτό όμως δεν μπορώ να το ανακοινώσω ακόμα.
Ζεις τη ζωή που θέλεις;
Στο 90% ναι. Αφήνω και ένα 10%, γιατί είμαστε άνθρωποι και πάντα χρειάζεται να κάνουμε πράγματα που δεν θέλουμε. Ακόμα κι εκείνο που σε ευχαριστεί απόλυτα κάποια στιγμή γίνεται υποχρέωση. Αλλά μπορώ να πω ότι τη ζω κατά 90%, και σε ευχαριστώ που με ρώτησες και μου το υπενθύμισες, μου έφτιαξες τη διάθεση τώρα.
Θες να γεράσεις στο σανίδι ή γράφοντας;
Εννοείται. Δεν ξέρω να κάνω κάτι άλλο καλά. Το ελπίζω, όσο μπορώ. Φυσικά, θέλω αυτό που λέω να έχει κάποιο νόημα, να ακουμπάει κάπου. Αν για 100 χρόνια κάνω τα ίδια χωρίς να εξελίσσομαι, όχι, δεν το θέλω. Πάντως, νιώθω τυχερός που μπορώ να δουλεύω – γιατί είναι δουλειά, έτσι; – και να παράγω το έργο που θέλω. Το ότι μπορώ να ζω από αυτό είναι μεγάλη τύχη. Ευγνωμονώ την τύχη μου γι’ αυτό.
Τι είναι για σένα η Θεσσαλονίκη;
Εκεί, λοιπόν, υπάρχει ένας ρυθμός. Βέβαια, εγώ τον ζω μόνο για λίγο γιατί δεν είμαι μόνιμος κάτοικος. Είναι ένας ρυθμός που μου αρέσει και μου ταιριάζει πολύ, νιώθω σαν να έχω γεννηθεί εκεί. Υπάρχει και μια χαλαρότητα, όχι του στυλ καθόμαστε όλη μέρα, αλλά του στυλ της ανοιχτοσιάς. Οι άνθρωποι είναι πιο ανοιχτοί, μιλάνε πιο εύκολα. Στο τέλος της παράστασης με περιμένει πάντα πολύς κόσμος και εκφράζονται πιο άνετα κι αυτό μου αρέσει και μου πάει. Το φαΐ, επίσης είναι απίστευτο στη Θεσσαλονίκη. Δεν το συζητώ. Οι γυναίκες είναι απίστευτες στη Θεσσαλονίκη. Δεν το συζητώ. Γενικά, για μένα η Θεσσαλονίκη είναι σαν θέρετρο, ένα φαντασιακό θέρετρο όπου όλα είναι πιο ωραία. Δεν έχω μείνει μόνιμα, αλλά φαντάζομαι ότι ακόμα κι αν έμενα, πάλι θα μου άρεσε.
Και να κλείσουμε με ένα μότο, μια ατάκα αγαπημένη;
Άμα σου δίνει η ζωή λεμόνια, κάνε λεμονάδα. Κάπως έτσι. Με ό,τι έχεις, προχώρα. Ήταν ένα σλόγκαν σε ένα διαφημιστικό της Nike, αλλά με εκφράζει πολύ: “Just do it”. Απλά κάν’ το. Μην σταματάς.

Info
- Θέατρο Κολοσσαίον: Βασ. Όλγας 150, τηλ. 2310 834996.
- Πρεμιέρα στις 17 Απριλίου. Παραστάσεις έως τις 3/5, κάθε Παρασκευή στις 21:00, Σάββατο και Κυριακή στις 18:00 και στις 21:00, εκτός από την Κυριακή 3/5 που η παράσταση ανεβαίνει στις 17:30 και στις 20:00.
- Προπώληση: more.com και στο ταμείο του Θεάτρου Κολοσσαίον.
Συντελεστές:
- Κείμενο – σκηνοθεσία: Τόλης Παπαδημητρίου
- Πρωταγωνιστούν: Tόλης Παπαδημητρίου, Μαριλού Κατσαφάδου, Πηνελόπη Πλάκα, Κωνσταντίνος Γαβαλάς, Αντώνης Στάμος, Αντώνης Καλομοιράκης, Άννη Θεοχάρη.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»