Συνέντευξη στη Νικολέττα Μπούκα
Την τέλεση κηδείας δημοσία δαπάνη, κάθε ανθρώπου του οποίου η οικογένεια δωρίζει τα όργανά του, ως ένδειξη αναγνώρισης της πολύτιμης προσφοράς, προτείνει, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη», ο συντονιστής διευθυντής της Β’ ΜΕΘ του νοσοκομείου «Γεώργιος Παπανικολάου», Νίκος Καπραβέλος. Η μονάδα του διακρίνεται για τους περισσότερους δότες οργάνων στη Βόρεια Ελλάδα, καθώς από τους 100 δότες ετησίως, πανελλαδικά, οι 8-10 προέρχονται από αυτήν. Όπως εξηγεί, το συστατικό της επιτυχίας είναι η προσήλωση στη σωτηρία της ζωής των ασθενών και η γνήσια επαφή με τους συγγενείς τους, που επιδεικνύουν καθημερινά οι εργαζόμενοι της Β’ ΜΕΘ.

– Ποιες είναι οι πρωτοβουλίες που σας βοήθησαν να φτάσετε σε αυτό το σημαντικό αποτέλεσμα;
Οι δότες στην Ελλάδα είναι γύρω στους 100 ετησίως. Φέτος θα υπερβούμε τους 120. Είναι μια πολύ καλή χρονιά, θα σπάσουμε ρεκόρ. Από τους 100, οι 8-10 προέρχονται από τη δική μας ΜΕΘ. Ελάχιστοι συγγενείς ασθενών αρνούνται, διότι το κλίμα που βιώνουν στη μονάδα μας είναι πολύ θετικό. Στόχος μας είναι ο απόλυτος σεβασμός στον άνθρωπο και η σωτηρία της ζωής. Στις ΜΕΘ ο φόβος συναντιέται με την ελπίδα, γι’ αυτό και δίνουμε την ψυχή μας να σώσουμε τον ασθενή. Άρα όλοι οι άνθρωποι που νοσηλεύονται και οι συγγενείς τους καταλαβαίνουν το μέγεθος της προσφοράς μας και μας έχουν απόλυτη εμπιστοσύνη. Συνεπώς, όταν παρά τις προσπάθειές μας δεν τα καταφέρνουμε, διότι η βλάβη, η κάκωση ή η παθολογία του εγκεφάλου είναι βαριές, οι συγγενείς είναι περισσότερο ανοιχτοί να ακούσουν για τη δωρεά οργάνων.
– Πώς τους υποστηρίζετε σ’ αυτήν τη δύσκολη απόφαση;
Στη μακρόχρονη πορεία μου έχω συναντήσει ανθρώπους, που είχαν νεφρική ανεπάρκεια και ήταν στη λίστα αναμονής για μόσχευμα. Όταν υπέστησαν εγκεφαλικό και κατέληξαν, οι συγγενείς τους αρνήθηκαν να δωρίσουν τα υπόλοιπα όργανα. Συνεπώς, πρώτα πρέπει οι πολίτες να νιώσουν ότι οι λειτουργοί υγείας είναι δίπλα τους και μετά να αποφασίσουν για τη δωρεά. Εμείς ως ΜΕΘ, εκτός από το ότι κάνουμε τα πάντα για να σώσουμε τους ασθενείς, έχουμε και ως νοσοκομείο τα μέσα για να πιστοποιήσουμε με ακρίβεια 100% τον εγκεφαλικό θάνατο. Αυτή η καθημερινή προσπάθεια αναγνωρίζεται και συμβάλει να καμφθούν οι όποιοι φόβοι για τη δωρεά οργάνων.
– Ποιος ο ρόλος των συντονιστών μεταμοσχεύσεων; Αυξήθηκαν οι δότες χάρη σ’ αυτούς;
Οι συντονιστές μεταμοσχεύσεων προφανώς βοήθησαν. Διευκόλυναν το διαδικαστικό έργο και μας απάλλαξαν σε μεγάλο βαθμό από τη γραφειοκρατία. Ωστόσο, για μένα η βασική συζήτηση με τους συγγενείς ανήκει στους θεράποντες ιατρούς. Αυτήν την ευαίσθητη διαδικασία της επαφής και της συγκατάθεσης πρέπει και οφείλουν να την κάνουν οι θεράποντες ιατροί. Η χειρότερη συναισθηματική στιγμή της ζωής μου είναι να ενημερώσω μια μάνα ή έναν πατέρα για τον αιφνιδιαστικό θάνατο ενός νέου, για τον οποίο κάναμε τα πάντα προκειμένου να σωθεί. Κανένας δεν είναι εξοικειωμένος με το θάνατο και δεν μπορεί να τον δεχτεί. Είναι γεγονός αξεπέραστο. Το βάρος της απόφασης δεν είναι εύκολο να το σηκώσει κάποιος, αν ο ίδιος ο ασθενής δεν το είχε αποφασίσει όσο ζούσε. Δεν θεωρώ ότι οι συντονιστές μεταμοσχεύσεων αύξησαν τους δότες. Οι δότες αυξήθηκαν από την ευαισθησία των ιατρών της εντατικής. Οι συγγενείς είδαν τους εντατικολόγους δίπλα στον άνθρωπό τους, γι’ αυτό και τους άκουσαν.
– Πώς βλέπετε το μέλλον της δωρεάς οργάνων στη χώρα μας;
Η Πολιτεία οφείλει να αναπτύξει και να οργανώσει τα μεταμοσχευτικά κέντρα, καθώς και να ενισχύσει όλες τις ΜΕΘ, αφού σε αυτές νοσηλεύονται οι πιθανοί δωρητές οργάνων, με εξειδικευμένο νοσηλευτικό προσωπικό, το οποίο σήμερα είναι στα όρια της εξόντωσης και με αναξιοπρεπείς αμοιβές. Επιπλέον, πρέπει να ενημερώσει όλους τους μαθητές για τη δωρεά οργάνων και να θεσμοθετήσει την έννοια της συγκατάθεσης από την ηλικία των 18 ετών. Επίσης, να υπάρξουν κίνητρα, όπως η τέλεση της κηδείας δημοσία δαπάνη, κάθε ανθρώπου του οποίου η οικογένεια δωρίζει τα όργανά του, ως ένδειξη αναγνώρισης της πολύτιμης προσφοράς και η εκκλησία να κάνει ειδική μνεία στο μεγαλείο ψυχής αυτών των ανθρώπων.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»