Συνέντευξη στη Γεωργία – Μακρογιώργου
Η Βάλια Τσάιτα-Τσιλιμένη, ποιήτρια και επίκουρη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης, επιστρέφει με τη δεύτερη ποιητική της συλλογή «Είδη πρώτης ανάγκης» (εκδ. Κέδρος). Με έντονη σωματικότητα και στοχασμό, τα ποιήματα της συλλογής συνομιλούν με τη μνήμη, τον έρωτα, τη γυναικεία εμπειρία και την ανάγκη επαναπροσδιορισμού όσων θεωρούμε πραγματικά «αναγκαία» στη ζωή. Η συγγραφέας συνομιλεί με τη Γεωργία Μακρογιώργου για τα «Είδη πρώτης ανάγκης».
Βάλια, πώς γεννήθηκε ο τίτλος «Είδη πρώτης ανάγκης» και τι σημαίνει για σένα σήμερα το «απολύτως απαραίτητο»;
Σ’ ένα πλαίσιο τραγικής επικαιρότητας που εδώ και καιρό μας αναστατώνει, από διαφορετικά – συχνά – μέτωπα, συνειδητοποίησα πως η έννοια του «επείγοντος» είναι ιδιαίτερα παρούσα στις κοινωνικές συνθήκες που πλαισιώνουν τις ζωές μας. Θέλησα, επομένως, κάπως να θυμίσω πως πρώτη ανάγκη δεν είναι «μονάχα» ό, τι ζωτικά μας καλύπτει εμφανώς, αλλά και ό, τι οφείλουμε να διατηρήσουμε ζωντανό: τη μνήμη, τη φαντασία, τις πέντε αισθήσεις μας, την επαφή, τη συνομιλία – είδη, μερικώς, προς εξαφάνιση, πλέον στην παγκόσμια σφαίρα, στο πλαίσιο της τεχνολογικής – και όχι μόνο -εξέλιξης.
Τι σε ελκύει στα παραμύθια και γιατί επιλέγεις να τα επανερμηνεύεις ποιητικά;
Πιστεύω στη γλώσσα των παραμυθιών: έχουν έναν τρόπο να μας διδάσκουν, να μας προστατεύουν, να μας εμπνέουν, να μας θυμίζουν ακόμη και πράγματα, εμπειρίες που ίσως εμείς προσωπικά δε ζήσαμε, αλλά μας αφορούν όλους κι αποτελούν μέρος του συλλογικού μας ασυνείδητου. Ξέρουν να γεφυρώνουν παιδική και ενήλικη ηλικία δίχως άνισες διακρίσεις.
Πώς προσεγγίζεις τη γυναικεία εμπειρία μέσα στην ποίησή σου;
Σχετικά με τη γυναικεία εμπειρία, μου επιτρέπω απλά να είμαι η γυναίκα και ο άνθρωπος που είμαι και μέσα στη γραφή μου. Δεν προαποφασίζω κάτι, ούτε δίνω συνειδητά και σκόπιμα μια προτεραιότητα. Δε φιλτράρω καταναγκαστικά, απλά εκφράζω ό, τι ψάχνει – ή δύναται – να πάρει μορφή στο χαρτί.
Ποια θέση έχει η μνήμη στη δημιουργική σου διαδικασία;
Κατά κάποιον τρόπο πάντα πίστευα πως η μνήμη χτίζεται στο παρόν. Δε την τοποθετώ στο παρελθόν. Τη θεωρώ κεντρική αρτηρία μιας ανθρώπινης ζωής κι έτσι δε θα μπορούσε να λείπει από τη δημιουργία. Κατά τη γνώμη μου η μνήμη δε υπηρετεί «μονάχα» την έννοια της θύμισης, αλλά μας προσφέρει τον χώρο που χρειαζόμαστε για να πλάσουμε δημιουργικά κάθε παρόν ή μέλλον.
Πώς προσεγγίζεις ποιητικά τον έρωτα και τη σχέση με τον άλλον;
Αγαπώ την επείγουσα κατάσταση στον έρωτα, το ότι ξέρει να τρέπει ό, τι καθολικό σε στιγμιαίο και να τροφοδοτεί τη γραπτή έμπνευση και μια ευρύτερη συνθήκη της. Επιπλέον, ο έρωτας μου έμαθε τελικά πως είμαστε συχνά βαθιά εγωιστές στις πρώτες μας συναντήσεις μαζί του. Όλη μας τη ζωή τον αναζητάμε κι όταν τελικά τον βρίσκουμε δε νομίζω πως είμαστε έτοιμοι-ες ν’αποδεχτούμε την εκ των πραγμάτων διαφορετική φύση του άλλου. Τότε για μένα το ποίημα γίνεται και δρόμος, που συμβάλλει στη συνάντηση της διαφορετικότητας και στην αποδοχή της.
Επηρεάζει η ακαδημαϊκή σου ιδιότητα την ποιητική σου φωνή;
Δε θα το ‘λεγα, δεν έχω νιώσει ποτέ απειλή σχετικά με αυτό. Αν πρέπει οπωσδήποτε να εντοπίσω ίχνη τέτοιας επιρροής, θα έλεγα πως μου έχει τύχει να προσέχω κυρίως προς την αντίθετη, ωστόσο, κατεύθυνση: να μην παρασύρει η ποιητική μου φωνή τα ακαδημαϊκά μου γραπτά.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»