Της Βασιλικής Πολίτου
Αρμυρό στα χείλη έμελλε να είναι από την αρχή το σώμα του. Από τους ορίζοντες που το αγκαλιάζουν ο ένας είναι η θάλασσα, που ανοίγεται σαν βασίλισσα μπροστά του και σκορπάει την αύρα της, κάθε φορά που το γαλάζιο της φόρεμα φουσκώνει ή πέφτει στον άνεμο. Κι όμως, πάνω σε αυτό το σύνορο – εκεί όπου η υγρασία και οι ώρες δοκιμάζουν τα υλικά – αποφασίστηκε να σταθεί. Το 1938 θεμελιώνεται το Βασιλικό Θέατρο Θεσσαλονίκης, σχεδόν πάνω στο κύμα· σχεδόν πεισματικά να συνυπάρχει με τη φθορά αντί να την αποφύγει. Δύο χρόνια αργότερα, σε σχέδια του νεαρού, τότε, πολεοδόμου Κωνσταντίνου Δοξιάδη και του αρχιτέκτονα Αρθούρου Σκέπερς, εγκαινιάζεται. Ήταν Ιούλιος του ‘40, όταν το κοινό καθηλώθηκε από τον Αλέξη Μινωτή στον ρόλο του Ριχάρδου Γ΄, από το ομώνυμο έργο του Σαίξπηρ.
Δεν ήταν, όμως, μια τυχαία επιλογή ονόματος. Στην Αθήνα, λίγα χρόνια νωρίτερα (1932), το Εθνικό Θέατρο είχε ήδη μετονομαστεί σε «Βασιλικό», σε μια περίοδο όπου η χώρα βρισκόταν υπό ενιαία συνταγματική μοναρχία, στο καθεστώς του Μεταξά. Η δημιουργία μιας αντίστοιχης σκηνής στη Θεσσαλονίκη, το 1938, εντάσσεται σε αυτήν ακριβώς τη λογική: την επέκταση της θεατρικής ζωής πέρα από την πρωτεύουσα. Καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος του Κωνσταντίνου Μπαστιά, διευθυντή του Βασιλικού Θεάτρου Αθηνών και Γενικού Διευθυντή Γραμμάτων και Τεχνών, που υποστήριξε ενεργά την ολοκλήρωση του έργου και τη θεατρική αποκέντρωση εν γένει.
Σε συνθήκες Κατοχής
Αρχικά σχεδιασμένο ως θερινή σκηνή, το Βασιλικό Θέατρο δεν άργησε να αλλάξει μορφή. Οι ανάγκες της πόλης και η ίδια η ιστορία το οδήγησαν γρήγορα σε μια πιο μόνιμη υπόσταση· από ανοιχτό θέατρο μετατράπηκε σε στεγασμένο, χειμερινό, διευρύνοντας τη χωρητικότητά του στις 2.000 θέσεις και με περιστρεφόμενη σκηνή. Το 1943 γίνεται έδρα του Κρατικού Θεάτρου Θεσσαλονίκης, κρατώντας ζωντανή τη σκηνή ακόμη και μέσα στις δύσκολες συνθήκες της Κατοχής.
Τα χρόνια που ακολουθούν το βρίσκουν να αλλάζει θέσεις και χρήσεις· να φιλοξενεί προσωρινά το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στις αρχές της δεκαετίας του ’60, πριν αυτό μεταφερθεί στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, και να φθείρεται σταδιακά από τη γειτνίαση με τη θάλασσα και τον χρόνο. Για ένα διάστημα σιωπά. Μέχρι που επιστρέφει: Το 1986 επανέρχεται ως σκηνή του ΚΘΒΕ, ενώ το 2000 αποκτά τη σημερινή του μορφή, διατηρώντας στη μνήμη του τα ίχνη όλων όσων προηγήθηκαν. Τα σχέδια των αρχιτεκτόνων Κ. Κουρουσόπουλου και Ν. Σχολίδη εγκιβώτισαν το αρχιτεκτονικό συντακτικό του Δοξιάδη – τη στρουκτουραλιστική καθαρότητα και την καμπυλόσχημη στέγη, που εναρμονίζεται με τον παρακείμενο Λευκό Πύργο.

Ο «Βυσσινόκηπος»
«Όσοι κινούμαστε μέσα σε αυτόν τον χώρο που έμαθε να αντέχει, να αλλάζει και να επιστρέφει, παίρνουμε μαθήματα κάθε φορά που καλούμαστε να επανεφεύρουμε τον εαυτό μας», μοιράζεται μαζί μας ο κ. Γρηγόρης Φρέσκος, ηθοποιός της παράστασης «Βυσσινόκηπος», τον οποίο συναντάμε στο φουαγιέ λίγο πριν την έναρξη. Απόφοιτος του Τμήματος Θεάτρου του ΑΠΘ, συνεργάζεται για πρώτη φορά με το ΚΘΒΕ, έχοντας περάσει από ανοιχτή ακρόαση το περασμένο καλοκαίρι.
Στην παράσταση του Αντόν Τσέχοφ, σε σκηνοθεσία της Αθανασίας Καραγιαννοπούλου, υποδύεται τον Γιάσα – έναν νεαρό υπηρέτη που επιστρέφει από το Παρίσι με την επιθυμία να μοιάσει στους αφέντες του. «Είναι ένας ρόλος που κινείται με πονηριά, παίρνει ό,τι μπορεί από τους άλλους, ακόμα και μέσα στη σκηνή», λέει, περιγράφοντας έναν χαρακτήρα που ισορροπεί ανάμεσα στην επιθυμία και την εκμετάλλευση. Για τον ίδιο, όμως, το σημαντικότερο δεν είναι ο ρόλος, αλλά το σύνολο. «Ο “Βυσσινόκηπος” είναι μια παράσταση όπου κανείς δεν στέκεται μόνος του. Είναι σαν ένα μεγάλο οικογενειακό τραπέζι· άλλοι μιλούν, άλλοι σιωπούν, κι όταν έρθει η στιγμή πετάγεται μια ατάκα που αλλάζει τα πάντα – όπως ακριβώς και στη ζωή». Στο Βασιλικό Θέατρο, αυτό αποκτά και μια άλλη διάσταση. «Είναι ένα μεγάλο θέατρο, κι αυτό σημαίνει ότι πρέπει να φτάσεις μέχρι τον τελευταίο θεατή. Να παίξεις για εκείνον που κάθεται πίσω, χωρίς να χαθεί αυτός που είναι μπροστά. Αυτό είναι το πραγματικό μάθημα».

Στο αίθριο του καφέ
Κι αν μέσα στο θέατρο μετριέται η απόσταση μέχρι τον τελευταίο θεατή, στη σκεπή του μετριέται αλλιώς: με νοητές γραμμές. Στο αίθριο του καφέ «Θέα- tro», ακριβώς πάνω από το Βασιλικό, ο ιδιοκτήτης, αλλά και πρόεδρος της Ομοσπονδίας Επαγγελματιών και Εμπόρων του Ν. Θεσσαλονίκης, Παναγιώτης Καρασαββίδης, δείχνει προς τα έξω σαν να διαβάζει τον χώρο. «Είναι ίσως το μοναδικό σημείο στην πόλη που έχει τόσους ορίζοντες μαζί», λέει. Ο Όλυμπος στο βάθος, ο Θερμαϊκός που ανοίγεται μπροστά, ο Λευκός Πύργος, το δάσος του Ξαρχάκου και κάτω από τα πόδια, το ίδιο το θέατρο.

Το καφέ βρίσκεται εδώ από το 2002, όμως ο ίδιος το ανέλαβε πριν από έναν χρόνο, με την αίσθηση πως ένας τέτοιος χώρος δεν μπορεί να μένει ανεκμετάλλευτος. Σήμερα, από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, λειτουργεί ως ένας ανοιχτός χώρος συνάντησης.

Ο Κήπος του Λευκού Πύργου
Λίγα μέτρα από το Βασιλικό Θέατρο η πόλη συνεχίζει αλλιώς. Παιδιά δοκιμάζουν την ισορροπία τους πάνω στα σχοινιά, άλλοι στρώνουν κουβέρτες για ένα πρόχειρο πικ νικ και κάποιοι απλώς ξαπλώνουν στο γρασίδι κοιτάζοντας τον ουρανό. Το πάρκο του Λευκού Πύργου κρατά μια καθημερινότητα ήσυχη, σχεδόν αμέριμνη. Κι όμως, στο ίδιο αυτό σημείο κάποτε απλωνόταν ένας άλλος κόσμος. Ο περίφημος Κήπος του Λευκού Πύργου, ένα ολόκληρο συγκρότημα θεάτρου, αιθουσών και κοσμικής ζωής, που από το 1907 έως το 1956 υπήρξε η καρδιά της ψυχαγωγίας της πόλης. Σχεδιασμένος από τον Ξενοφώντα Παιονίδη, με θέα προς τη θάλασσα και τραπεζάκια που γέμιζαν τα βράδια, φιλοξένησε από αριστοκρατικά δείπνα μέχρι παραστάσεις, συναυλίες και πολιτικές συγκεντρώσεις. Τον αποκαλούσαν «το μεγαλύτερον κοσμικόν κέντρον της Ανατολής». Σήμερα τίποτα από το κτίσμα δεν υπάρχει πια. Μόνο το γρασίδι απέμεινε και η συνήθεια της συνάντησης.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»