Συνέντευξη στη Γεωργία Μακρογιώργου
Ο Σάκης Σερέφας, γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, είναι πολυβραβευμένος συγγραφέας ποίησης, πεζογραφίας και θεάτρου, με 70 βιβλία και σημαντική διεθνή παρουσία, με πολυάριθμες θεατρικές παραστάσεις και βραβεία. Ο συγγραφέας απαντάει στις ερωτήσεις της Γεωργίας Μακρογιώργου για το νέο του βιβλίο με τίτλο «Πέτα το στη θάλασσα. Μια αληθινή μυθιστορία» (εκδόσεις Μεταίχμιο) που ξετυλίγει το σκοτεινό παρασκήνιο μιας βρεφοκτονίας στη Θεσσαλονίκη του ’63 και μαζί της μια ολόκληρη εποχή.
Σάκη Σερέφα, τι ήταν αυτό που σε ώθησε να επιστρέψεις σε ένα τόσο τραυματικό πραγματικό γεγονός και να το μεταπλάσεις σε «αληθινή μυθιστορία»;
Το ερέθισμα για τη συγγραφή του μυθιστορήματος ήταν το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Μακεδονία» στις αρχές του 1960. Με συγκλόνισε το ότι η παιδοκτονία αυτή δεν ήταν προμελετημένη. Η μητέρα ταξίδεψε από τη Γερμανία μέχρι τη Θεσσαλονίκη για να αφήσει το παιδί της στο Δημοτικό Βρεφοκομείο, όπου δεν το δέχτηκαν. Το ίδιο βράδυ, το πέταξε στη θάλασσα. Ένα μυαλό που θόλωσε. Ένα βρέφος πνιγμένο. Και μια σιχαμένη πραγματικότητα από τριγύρω. Τι παραπάνω να ζητήσει ένας συγγραφέας;
Στο βιβλίο συνυπάρχουν αρχεία, φωτογραφίες, μαρτυρίες και μυθοπλασία· πώς κράτησες την ισορροπία ώστε να μη χαθούν ούτε η αλήθεια ούτε η λογοτεχνία;
Είναι ένα ζόρικο στοίχημα το να κρατηθεί αυτή η ισορροπία ανάμεσα στη μυθοπλασία και στην πραγματικότητα, όταν μια ιστορία βασίζεται πάνω σε αληθινά γεγονότα. Η χρήση αρχειακού υλικού, μαρτυριών και φωτογραφιών γειώνει το μυθοπλαστικό στοιχείο και το κάνει να συντονίζεται με την πραγματικότητα που το κινητοποίησε. Παράλληλα οι μαρτυρίες, τα δημοσιεύματα και οι φωτογραφίες τροφοδότησαν -ως ερεθίσματα- τη συγγραφική επινοητικότητα.
Επιλέγεις μια μη γραμμική, καλειδοσκοπική αφήγηση. Είναι για σένα κυρίως αισθητική επιλογή ή η μόνη δυνατή μορφή για μια τέτοια ιστορία;
Ο τρόπος της αφήγησης δεν υπακούει σε αισθητικούς κανόνες αλλά σε λειτουργικές ανάγκες. Μια αφήγηση είναι ένας μηχανισμός που λειτουργεί ανάλογα με το υλικό με το οποίο τον τροφοδοτείς κάθε φορά. Η πρώτη ύλη του μυθιστορήματος αυτού ήταν η αληθινή ιστορία που προαναφέρθηκε. Από τη στιγμή λοιπόν που αυτή η παιδοκτονία δεν ήταν προμελετημένη, θα έπρεπε η ιστορία να φωτιστεί από όλες τις μεριές της πραγματικότητας που τη γέννησε -όπως, για παράδειγμα, το σκάνδαλο με τις παράνομες υιοθεσίες βρεφών που έφευγαν από την Ελλάδα για το εξωτερικό από διάφορες πόλεις ή οι διαπλεκόμενες σχέσεις αστυνομικών, δημοσιογραφικών, δικαστικών και πολιτικών παραγόντων της τοπικής κοινωνίας σε όλο αυτό το βρομερό κύκλωμα.
Η μητέρα παρουσιάζεται χωρίς εξωραϊσμό αλλά και χωρίς δίκη. Σε ενδιέφερε περισσότερο να κατανοήσεις το πρόσωπο ή το σύστημα που το συνέθλιψε;
Όπως προανέφερα, αυτό το έγκλημα γεννήθηκε μέσα σε ορισμένες συνθήκες, σε ένα νοσηρό σύστημα. Αυτό βέβαια δεν δικαιολογεί τη συγκεκριμένη πράξη, μα τη φωτίζει. Η παιδοκτονία -και μάλιστα από την ίδια τη μάνα- είναι από τις πιο ακραίες πράξεις του ανθρώπου και η Τέχνη το έχει επεξεργαστεί αυτό παλαιόθεν. Είναι όμως και ακατανόητη; Ίσως ναι. Κι αυτό την κάνει πολύ ενδιαφέρουσα ως συγγραφική πρώτη ύλη. Γιατί αναγκάζει τόσο τον αφηγητή όσο και τον αναγνώστη να προβληματιστούν για τα εύθραυστα ηθικά και ψυχολογικά όρια του καθενός μας, τα οποία νομίζουμε πως ελέγχουμε διαρκώς, μα κάτω από ορισμένες συνθήκες μπορεί να συνθλιβούν και να επικρατήσει ο χαοτικός πυρήνας που λειτουργεί βαθιά μέσα σε όλους μας.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»