Στα τέλη της χρονιάς και στο λυκαυγές του νέου έτους, είθισται -ειδικά στα ΜΜΕ- να γίνονται απολογισμοί, όπου σταχυολογούνται τα καλώς και κακώς κείμενα των περασμένων μηνών και οι προσδοκίες όλων για το επόμενο διάστημα.
Μια ολόκληρη δημοσιογραφική ζωή θυμάμαι τους τίτλους εφημερίδων αυτών των ημερών που, αναφερόμενοι στη Θεσσαλονίκη και στο μέλλον της, κάνουν λόγο για «κρίσιμα σταυροδρόμια», για τα «μεγάλα στοιχήματα» της αυτοαποκαλούμενης και μόνον κατ’ ευφημισμόν «πρωτεύουσας των Βαλκανίων» και για την «ανάπτυξη» που πάντα -μα πάντα!- καραδοκεί πίσω από την επόμενη γωνιά. Και μου φαίνεται ότι ζω ένα διαρκές θέατρο του παραλόγου, σαν να είμαι κι εγώ, όπως όλοι σε αυτήν εδώ την πόλη, πρωταγωνιστές στο θεατρικό έργο του Σάμιουελ Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό»…
Μια ζωή περιμένω, λοιπόν, όχι τον Γκοντό (ένα πρόσωπο που δεν έρχεται ποτέ), αλλά τη δόλια την ανάπτυξη, και δεν τη βλέπω… Και όταν κάτι επαναλαμβάνεται συνεχώς αλλά δεν πραγματοποιείται ποτέ, είναι λογικό να αναλογιστεί κανείς τους λόγους. Τι φταίει, λοιπόν, και η Θεσσαλονίκη είναι μονίμως σε… κατάσταση αναμονής;
Αν και θα μπορούσαν να κατονομαστούν πολλά αίτια, ο κοινός παρανομαστής όλων και η βαθύτερη ρίζα του κακού έχει να κάνει πρωτίστως και διαχρονικά με το πολιτικό προσωπικό που εκπροσωπεί την πόλη σε όλα τα επίπεδα. Μιλάμε γενικά. Γιατί είναι αναμφισβήτητο ότι υπάρχει ένα σύστημα πολιτικής εκπροσώπησης που τρέφεται και γιγαντώνεται από τη γκρίνια, τη μίρλα και τη μιζέρια αυτής της πόλης – και τη διαιωνίζει, προς δικό του όφελος.
Όχι; Θα θέσω ένα απλό ερώτημα: Τι έχει κάνει αυτό το προσωπικό πραγματικά για τη Θεσσαλονίκη; Δεν μιλάμε για λίγες φωτεινές εξαιρέσεις και για μετρημένα στα δάχτυλα παραδείγματα σοβαρού έργου, μιλάμε γενικά. Αντί απαντήσεων, θα παραθέσω μόνο το γεγονός ότι σε άλλα μέρη της χώρας και ειδικά στη Νότια Ελλάδα, όπου υπάρχουν ισχυρότατα λόμπι που αγωνίζονται με όλες τους τις δυνάμεις για τον τόπο τους, γελάνε με εμάς τους Θεσσαλονικείς.
Άρα ποιος φταίει; Κυρίως εμείς οι ίδιοι! Επειδή μάλλον δεν θέλουμε να αλλάξει κάτι και βολευόμαστε μια χαρά με τη γκρίνια και όλη την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Είναι πάντα πιο εύκολο να συμβιβάζεσαι με τη μοίρα σου και να την κλαις, παρά να προσπαθείς να την αλλάξεις. Είναι πάντα πιο εύκολο να τα περιμένεις όλα από άλλους. Είναι πάντα πιο εύκολο να περιμένεις θαύματα.
Αλλά όπως έλεγαν και οι Αρχαίοι Έλληνες: «Συν Αθηνά και χείρα κίνει».
Καλή μας χρονιά!