Η χθεσινή εμφάνιση της Μαρίας Καρυστιανού στο Ολύμπιον δεν ήταν μια συνηθισμένη πολιτική εμφάνιση. Είχε κάτι που σπανίζει στη σημερινή δημόσια ζωή: καθαρότητα, συναισθηματική ένταση, σκηνική πειθαρχία και έναν λόγο που δεν έμοιαζε κατασκευασμένος από επικοινωνιολόγους.
Η παρουσία της ήταν εντυπωσιακή όχι επειδή χρησιμοποίησε ρητορικές υπερβολές, αλλά επειδή κατάφερε να μετατρέψει ένα τραύμα σε πολιτική πρόταση. Ηγετική εμφάνιση, καθαρός λόγος, σαφείς θέσεις, αίσθηση μέτρου και ταυτόχρονα αποφασιστικότητα. Το γεμάτο Ολύμπιον και ο κόσμος που βρέθηκε στην πλατεία Αριστοτέλους έδειξαν ότι κάτι κινείται κάτω από την επιφάνεια της ελληνικής κοινωνίας. Κάτι που δεν χωρά εύκολα στις παλιές κομματικές ταξινομήσεις.
Το Κίνημα «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» δεν εμφανίζεται ως απλή διαμαρτυρία. Δεν είναι μόνο η κραυγή μιας κοινωνίας που πληγώθηκε από τα Τέμπη, την ατιμωρησία, τη διαφθορά και την αλαζονεία της εξουσίας. Είναι μια απόπειρα πολιτικής μετάφρασης αυτής της οργής. Και αυτό έχει σημασία.
Διότι η Ελλάδα έχει πολλές φορές γνωρίσει κύματα αγανάκτησης, λίγες όμως φορές αυτά μετατράπηκαν σε συγκροτημένη πολιτική πρόταση.
Οι θέσεις που παρουσίασε η Καρυστιανού έχουν έναν σαφή πυρήνα: Δημοκρατία, ισονομία, κράτος δικαίου, κοινωνική προστασία, παραγωγική ανασυγκρότηση, εθνική αξιοπρέπεια. Το κείμενο της ιδρυτικής διακήρυξης μιλά για αδιαφάνεια, διαφθορά, φτωχοποίηση, υπονόμευση του μέλλοντος της χώρας και πλήγμα στη διεθνή της θέση. Θέτει ως προτεραιότητα την εδραίωση της λαϊκής κυριαρχίας, της ισονομίας, της δικαιοσύνης και της αξιοκρατίας. Επιμένει στη μηδενική ανοχή στη διαφθορά, στην κάθαρση, στην αποκατάσταση της λειτουργίας των θεσμών και στην ευημερία των πολιτών.
Από εκεί και πέρα, το πρόγραμμα απλώνεται σε όλο το φάσμα των μεγάλων κοινωνικών αναγκών: δημόσια παιδεία, δημόσιο και καθολικό ΕΣΥ, στήριξη των ηλικιωμένων, των ΑμεΑ και των ευάλωτων ομάδων, μέριμνα για τη νέα γενιά, ουσιαστική πολιτική για το δημογραφικό, προστασία της πρώτης κατοικίας, έλεγχος τραπεζών, funds και servicers, πάταξη των καρτέλ και της αισχροκέρδειας, παραγωγική και βιομηχανική ανασυγκρότηση, στήριξη μικρομεσαίων, πρωτογενούς τομέα και εργασιακών δικαιωμάτων.
Είναι ένα πρόγραμμα κοινωνικό, παρεμβατικό, αντιολιγαρχικό, αλλά όχι κρατικιστικά παλαιοκομματικό.
Η Καρυστιανού δεν τοποθετείται στη Δεξιά, στην Αριστερά ή στο Κέντρο με τους συμβατικούς όρους. Δεν είναι δεξιά, γιατί η οικονομική της αντίληψη δεν είναι νεοφιλελεύθερη· δεν προτάσσει την αγορά, τις ιδιωτικοποιήσεις και την απορρύθμιση. Δεν είναι ακροδεξιά, γιατί δεν έχει αντιδημοκρατικό, αυταρχικό ή μισαλλόδοξο πρόσημο. Δεν εμφανίζεται ως δύναμη καταστολής, αλλά ως δύναμη αποκατάστασης θεσμών. Δεν είναι ούτε κλασική Αριστερά, γιατί δεν διατυπώνει ταξική θεωρία σύγκρουσης ούτε πρόγραμμα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.
Η ακριβέστερη τοποθέτηση είναι ότι πρόκειται για μια μορφή πατριωτικής κοινωνικής δημοκρατίας. Ή, ακόμη καλύτερα, για έναν δημοκρατικό κοινωνικό πατριωτισμό.
Ο πυρήνας της είναι σοσιαλδημοκρατικός ως προς το κοινωνικό κράτος, θεσμικός ως προς τη Δημοκρατία, αντιολιγαρχικός ως προς την οικονομία και πατριωτικός ως προς την εθνική κυριαρχία. Η αναφορά της στην πατρίδα δεν έχει χαρακτήρα εθνικιστικής έξαρσης, αλλά χαρακτήρα προστασίας: προστασία της κυριαρχίας, των συνόρων, της παραγωγής, της υπαίθρου, του πληθυσμού, του πολιτισμού, της κοινωνικής συνοχής.
Η διακήρυξη μιλά για μια χώρα που πρέπει να σέβεται τις διεθνείς της υποχρεώσεις, αλλά να μη λειτουργεί ως «ακολούθημα» κανενός ξένου εταίρου.
Η σύγκριση με το ΠΑΣΟΚ του 1974 είναι αναπόφευκτη. Όχι επειδή η Καρυστιανού επαναλαμβάνει τη 3η Σεπτέμβρη, αλλά επειδή αγγίζει τον ίδιο ιστορικό νεύρο: την ανάγκη μιας κοινωνίας να ξαναβρεί φωνή, αξιοπρέπεια και πολιτική εκπροσώπηση. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου γεννήθηκε μέσα από το τραύμα της δικτατορίας και της Κύπρου. Μίλησε για τιμωρία, κάθαρση, αποκατάσταση, λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία. Κάλεσε τον αγρότη, τον εργάτη, τον βιοτέχνη, τον μισθωτό, τον υπάλληλο και τη νεολαία να συμμετάσχουν σε ένα νέο Κίνημα που θα εξέφραζε τις γνήσια προοδευτικές και δημοκρατικές δυνάμεις της χώρας.
Η Καρυστιανού κινείται σε συγγενές ηθικοπολιτικό πεδίο. Και αυτή μιλά για κάθαρση, για αποκατάσταση, για λαϊκή συμμετοχή, για κοινωνική δικαιοσύνη, για ένα κράτος που υπηρετεί τον πολίτη και όχι την εξουσία. Όμως υπάρχουν και σοβαρές διαφορές. Το ΠΑΣΟΚ του 1974 ήταν ριζοσπαστικό, σοσιαλιστικό και έντονα αντιιμπεριαλιστικό. Μιλούσε για αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, για σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, για απεξάρτηση από ξένα και ντόπια μονοπώλια. Η Καρυστιανού δεν κινείται σε αυτό το πλαίσιο. Δεν ζητά ρήξη με τη Δύση ούτε σοσιαλιστική κοινωνικοποίηση της οικονομίας. Ζητά εθνική αξιοπρέπεια μέσα στις διεθνείς δεσμεύσεις, κοινωνικό έλεγχο της οικονομίας, προστασία των αδυνάμων, θεσμική λογοδοσία και παραγωγική ανασυγκρότηση.
Άρα η συγγένεια με το ΠΑΣΟΚ του 1974 είναι υπαρκτή αλλά όχι ταυτοτική. Η Καρυστιανού δανείζεται από την πρώτη Αλλαγή το ήθος της λαϊκής ενεργοποίησης, της κάθαρσης και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Δεν δανείζεται όμως τον σοσιαλιστικό ριζοσπαστισμό και την αντιδυτική στρατηγική του Ανδρέα Παπανδρέου. Είναι μια νέα εκδοχή του αιτήματος της Αλλαγής για μια άλλη εποχή: την εποχή της ατιμωρησίας, της θεσμικής παρακμής, της δημογραφικής συρρίκνωσης και της κοινωνικής αποσύνθεσης.
Το κρίσιμο πολιτικό κενό βρίσκεται ακριβώς εδώ. Το ΠΑΣΟΚ, στην ιστορική του διαδρομή, απώλεσε μεγάλο μέρος της κοινωνικής βάσης που το έφερε στην εξουσία και το στήριξε: τους μικρομεσαίους, τους αγρότες, τους εργαζόμενους, τους ανθρώπους της περιφέρειας, τα στρώματα που ζητούσαν αξιοπρέπεια, κοινωνική άνοδο και συμμετοχή. Η βάση αυτή δεν εξαφανίστηκε. Ούτε ενσωματώθηκε οργανικά στην Αριστερά. Μετά την εμπειρία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, μεγάλα τμήματα αυτών των στρωμάτων δεν εμπιστεύονται την Αριστερά ως δύναμη αξιόπιστης διακυβέρνησης. Δεν εμπιστεύονται όμως ούτε το σημερινό κυβερνητικό σύστημα, το οποίο τα αντιμετωπίζει ως εκλογική μάζα, όχι ως κοινωνικό υποκείμενο.
Η Μεταπολίτευση, ιδίως μετά την οικονομική κρίση και τα μνημόνια, παρήγαγε νέα περιθωριοποιημένα στρώματα. Δεν είναι πια μόνο ο κλασικός εργάτης ή ο αγρότης της δεκαετίας του 1970. Είναι ο μικρομεσαίος που συνθλίβεται από φόρους, τράπεζες, funds και ενεργειακό κόστος. Είναι ο νέος επιστήμονας που έφυγε ή σκέφτεται να φύγει. Είναι η οικογένεια που δεν μπορεί να στεγαστεί. Είναι ο συνταξιούχος που συντηρεί παιδιά και εγγόνια. Είναι ο εργαζόμενος που δουλεύει αλλά δεν ζει αξιοπρεπώς. Είναι η ελληνική επαρχία που ερημώνει. Είναι ο πολίτης που νιώθει ότι το κράτος δεν τον προστατεύει, αλλά τον παρακολουθεί, τον φορολογεί, τον εγκαταλείπει ή τον εξαπατά.
Αυτά τα στρώματα ζητούν πολιτική, κοινωνική και οικονομική έκφραση. Όπως άλλοτε τα στρώματα των μη προνομιούχων βρήκαν έκφραση στην πρώτη Αλλαγή, έτσι σήμερα αναζητούν έναν νέο φορέα που να μιλήσει όχι μόνο για εισόδημα, αλλά για αξιοπρέπεια, ασφάλεια, θεσμούς, πατρίδα και μέλλον. Η Καρυστιανού φαίνεται να αντιλαμβάνεται αυτή τη σύνθεση.
Γι’ αυτό η απήχησή της δεν είναι μόνο συναισθηματική. Είναι βαθύτερη. Αγγίζει ένα κενό εκπροσώπησης.
Η κοινωνία δεν πιστεύει πλέον εύκολα το αφήγημα της επιστροφής στην κανονικότητα. Είναι ανασφαλής, δυσαρεστημένη, φοβισμένη και καχύποπτη. Δεν αγοράζει ούτε το αφήγημα των επιδομάτων ούτε το αφήγημα του επιτελικού κράτους. Η ακρίβεια παραμένει το πρώτο πρόβλημα, αλλά αμέσως μετά έρχονται η Δικαιοσύνη, το κράτος δικαίου και η διαφθορά. Το κοινωνικό πρόβλημα έχει γίνει θεσμικό πρόβλημα.
Το παλιό κοινωνικό συμβόλαιο της Μεταπολίτευσης, όπως λέει και ο Βενιζελος, έχει καταλυθεί και η χώρα χρειάζεται νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Όχι ως σύνθημα, αλλά ως νέα συμφωνία ανάμεσα στο κράτος, την κοινωνία, την οικονομία και τους θεσμούς. Όταν οι πολίτες δεν πιστεύουν ότι θα αποδοθεί δικαιοσύνη για τα Τέμπη, τις υποκλοπές ή τον ΟΠΕΚΕΠΕ, δεν έχουμε απλώς πολιτική φθορά. Έχουμε κρίση αποδοχής του κράτους δικαίου. Όταν η κοινωνία θεωρεί ότι οι κανόνες εφαρμόζονται επιλεκτικά, τότε το Σύνταγμα δεν χρειάζεται απλώς αναθεώρηση. Χρειάζεται πρώτα σεβασμό.
Η Καρυστιανού: δεν εμφανίζεται ως αντιθεσμική δύναμη, αλλά ως δύναμη επαναθεμελίωσης των θεσμών. Και εδώ πρέπει να γίνει μια κρίσιμη διάκριση. Ένα Κίνημα που θέλει να ανασυστήσει τους θεσμούς, να λειτουργήσει το Σύνταγμα, να αποκαταστήσει τη διάκριση των εξουσιών, να κατοχυρώσει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και να επιβάλει ισονομία δεν είναι αντισυστημικό. Αντισυστημικοί είναι όσοι υπονομεύουν τους θεσμούς ενώ τους επικαλούνται. Όσοι μετατρέπουν το κράτος σε μηχανισμό ελέγχου. Όσοι αντιμετωπίζουν τη Δικαιοσύνη ως εργαλείο, τη Βουλή ως επικυρωτικό μηχανισμό και το Σύνταγμα ως διακοσμητικό κείμενο.
Η Ελλάδα σήμερα δεν αντιμετωπίζει πρωτίστως ιδεολογικό πρόβλημα. Αντιμετωπίζει υπαρξιακό πρόβλημα. Η χώρα συρρικνώνεται δημογραφικά, γερνά, αδειάζει από νέους, χάνει παραγωγική βάση και κινδυνεύει να μετατραπεί σε δορυφορικό κράτος: γεωπολιτικά εξαρτημένο, οικονομικά αποδυναμωμένο, κοινωνικά κουρασμένο και θεσμικά ευάλωτο. Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ είναι αμείλικτα: το 2024 καταγράφηκαν 68.467 γεννήσεις και 126.916 θάνατοι, δηλαδή φυσική μείωση πληθυσμού κατά 58.449 άτομα σε έναν χρόνο.
Αυτό δεν είναι απλώς δημογραφικός δείκτης. Είναι πολιτικό καμπανάκι. Μια χώρα που δεν γεννά, δεν παράγει, δεν κρατά τους νέους της, δεν εμπιστεύεται τους θεσμούς της και δεν ελέγχει τον στρατηγικό της ρυθμό, δεν μπορεί να καθησυχάζεται με επικοινωνιακές επιτυχίες. Χρειάζεται πολιτική ανασυγκρότηση. Χρειάζεται κράτος που λειτουργεί. Χρειάζεται οικονομία που παράγει. Χρειάζεται Δικαιοσύνη που πείθει. Χρειάζεται εξωτερική πολιτική που δεν συγχέει τη συμμαχική ευθυγράμμιση με την εθνική ισχύ.
Η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» γεννήθηκε σε αυτό το κενό. Το αν θα αντέξει, αν θα οργανωθεί, αν θα αποκτήσει στελέχη, πρόγραμμα, θεσμική σοβαρότητα και πολιτική διάρκεια, μένει να αποδειχθεί.
Αλλά η χθεσινή εμφάνιση έδειξε ότι η Καρυστιανού διαθέτει κάτι που δεν κατασκευάζεται εύκολα: ηθικό κεφάλαιο. Και σε μια εποχή που η πολιτική έχει χάσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας, το ηθικό κεφάλαιο είναι δύναμη εκκίνησης.
Η νέα Ελπίδα για Αλλαγή θα κριθεί από το αν μπορεί να εκφράσει τη σημερινή Ελλάδα: την Ελλάδα της αδικίας, της ακρίβειας, της φτωχοποίησης, της δημογραφικής αγωνίας, της θεσμικής δυσπιστίας, της εθνικής ανασφάλειας. Θα κριθεί από το αν μπορεί να μετατρέψει την οργή σε σχέδιο, τη συγκίνηση σε πολιτική, την απαίτηση για δικαιοσύνη σε θεσμική αναγέννηση.
Αν το πετύχει, τότε πράγματι θα έχει γεννηθεί κάτι περισσότερο από ένα νέο κόμμα. Θα έχει γεννηθεί μια νέα δυνατότητα για την ελληνική κοινωνία: να πιστέψει ξανά ότι η Δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει, ότι η Αλλαγή μπορεί να έχει περιεχόμενο και ότι η ελπίδα δεν είναι επικοινωνιακό τέχνασμα, αλλά πολιτική πράξη.