Υπάρχει αυτός ο όρος στην διεθνή πολιτική (και όχι μόνο), η deniability. Δηλαδή η δυνατότητα ενός εντολέα να αρνηθεί τη γνώση μιας παράνομης, ή ενδεχομένως νόμιμης πλην όμως ανήθικης δράσης των εντολοδόχων του, ακόμα κι αν αυτή εξυπηρετεί συμφέροντά του.
Όπως όταν ιδιωτικές εταιρείες εξαπολύουν κυβερνοεπιθέσεις, ώστε η χώρα που εξυπηρετούν να μπορεί να αρνηθεί την εμπλοκή της.
Ή όπως όταν ένα κατ` επίφαση δημοκρατικό καθεστώς δίνει παρασκηνιακά εντολές ηθικής «εξόντωσης» των αντιπάλων του σε Ανεξάρτητες Αρχές και στη Δικαιοσύνη, διατηρώντας στο προσκήνιο τη δυνατότητα να επικαλείται την ανεξαρτησία των Αρχών και της Δικαιοσύνης, για να στηρίξει την άρνηση εμπλοκής του, λοιδορώντας ως αναπόδεικτες και φανταστικές τις όποιες σχετικές καταγγελίες.
Όπως όταν μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση παρεκτρέπεται βοηθώντας -για ψηφοθηρικούς ή άλλους λόγους- μηχανισμούς διασπάθισης δημοσίου χρήματος και ευρωπαϊκών πόρων, αρκεί να μπορεί να βασιστεί στη σιωπή των εμπλεκόμενων για τον ρόλο της.
Κάθε ομοιότητα με γεγονότα και δρώμενα της τρέχουσας συγκυρίας της Ελλάδας αποτελεί καθαρή σύμπτωση.
Στην πραγματικότητα, κάνω μια απλή ιστορική αναφορά στο σκάνδαλο Watergate το 1972 στις ΗΠΑ, που έγινε πολιτική ταφόπλακα του Προέδρου Νίξον.
Μια διάρρηξη στο κτίριο γραφείων Watergate οδήγησε το FBI στη σύνδεση των μετρητών που βρέθηκαν στην κατοχή των διαρρηκτών με «μαύρα ταμεία» και παράνομες χρηματοδοτήσεις της προεκλογικής εκστρατείας του Νίξον.
Το σκάνδαλο επεκτάθηκε στην κατάχρηση εξουσίας μελών της κυβέρνησης Νίξον με στόχο τη συγκάλυψη την τελική παραίτηση του Προέδρου, προκειμένου να αποφύγει την καθαίρεση. Τότε παραπέμφθηκαν σε δίκη δεκάδες άτομα, 48 εκ των οποίων βρέθηκαν ένοχοι. Πολλοί από τους κατηγορούμενους ήταν κορυφαίοι αξιωματούχοι της Προεδρίας Νίξον.
Η… deniability του Προέδρου Νίξον για τα πεπραγμένα των αξιωματούχων του, έπαψε οριστικά όταν ανακαλύφθηκε και έφτασε στη Δικαιοσύνη το ηχογραφημένο -από τον ίδιο- υλικό συζητήσεων του Προέδρου με τους αξιωματούχους του.
Ωστόσο, αυτή ήταν μια από τις περιπτώσεις που η deniability είχε πάψει να αρκεί, γιατί οι επαναλαμβανόμενες συμπτώσεις και αποκαλύψεις, είχαν ήδη πείσει την κοινωνία για την εμπλοκή του Προέδρου των ΗΠΑ στην κατάχρηση εξουσίας και στη συγκάλυψη, χωρίς να χρειάζονται περαιτέρω αποδείξεις.
Κι αυτό είναι καλό να το θυμούνται όλοι. Πως κάποτε η deniability παύει να αρκεί. Ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπερβολικά πολλές συμπτώσεις, αλλά (όπως τότε στις ΗΠΑ) υπάρχουν επίσης ΜΜΕ και δημοσιογράφοι που αρνούνται να συνεισφέρουν στη συγκάλυψη.