Εμείς οι Έλληνες γνωρίζουμε καλά την ποιότητα της κουζίνας μας και των πρώτων υλών, από τις οποίες παρασκευάζονται τα πιάτα μας. Έζησα χρόνια στο εξωτερικό και μπορώ να βεβαιώσω χωρίς ίχνος «πατριωτικής υπερβολής» ότι τα ελληνικά προϊόντα είναι στην πλειοψηφία τους (πολύ) ανώτερα από αντίστοιχα χωρών της Ευρώπης, που όμως φημίζονται για αυτά.
Εξίσου αναμφισβήτητο με την ποιότητα των προϊόντων μας, είναι το γεγονός ότι διαχρονικά πάσχουμε στο διεθνές μάρκετινγκ. Αυτό συμβαίνει σε όλα τα επίπεδα και η γαστρονομία δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Για παράδειγμα, μέχρι τις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, η τουριστική προβολή της χώρας μας επαναπαυόταν στην επισήμανση του φυσικού κάλλους των θαλασσών μας. Λάνσαραμε, δηλαδή, ένα τουριστικό προϊόν με βάση λογικές του 1970 και παραβλέπαμε πεισματικά ότι, πέραν του κλασσικού θερινού, υπάρχουν κι άλλες μορφές τουρισμού: χειμερινός, εναλλακτικός, συνεδριακός, βιωματικός, ιατρικός, γαστρονομικός κ.ο.κ.
Ευτυχώς, τελευταία κάτι άρχισε να κινείται και ξεφεύγουμε από αγκυλώσεις του παρελθόντος. Όσον αφορά στον γαστροτουρισμό, για παράδειγμα, παρατηρείται στη Μακεδονία άνοιγμα προς τη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Το σχετικό ρεπορτάζ της «Θ» (βλέπε σελ. 19 στο φύλλο της 15ης Νοεμβρίου) επισημαίνει όμως και την έλλειψη υποδομών, οι οποίες (αν υπήρχαν) θα επέτρεπαν την προσέγγιση ενός σημαντικού αριθμού επισκεπτών -εκτός από τις μεγάλες πόλεις- και στην ύπαιθρο, κάτι που θα συνέβαλε, στο μέτρο του εφικτού, στην αναγέννησή της.
Βλέπουμε ότι το πρόβλημα έλλειψης υποδομών παραμένει διαχρονικά ανεπίλυτο κι επηρεάζει όλες τις πτυχές της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Κυρίως επηρεάζει τις έτσι κι αλλιώς περιορισμένες δυνατότητες της επί δεκαετίες λησμονημένης από το «αθηναϊκό κράτος» περιφέρειας. Είναι κοινή πεποίθηση ότι για την «αναστήλωση» της Ελλάδας είναι μονόδρομος και βασική προϋπόθεση να «ζωντανέψει» η ύπαιθρος. Πώς, όμως, να συμβεί αυτό, χωρίς τις απαραίτητες υποδομές, χωρίς κατάλληλους δρόμους ή μια στοιχειώδη σιδηροδρομική σύνδεση, που αφενός θα διευκόλυναν τη ζωή των κατοίκων της υπαίθρου και θα καθιστούσαν την εκεί παραμονή τους πιο ελκυστική και, αφετέρου, θα επέτρεπαν την εύκολη και φτηνότερη μεταφορά μεγάλου όγκου προϊόντων από την ύπαιθρο σε πόλεις – κόμβους διανομής προς εσωτερικό και εξωτερικό;
Οι υποδομές σίγουρα κοστίζουν. Αλλά χωρίς να σπείρεις, δεν μπορείς να θερίσεις. Χωρίς σύγχρονες υποδομές, οι βελτιώσεις στο μάρκετινγκ του προϊόντος «Ελλάδα» δεν θα έχουν ποτέ το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Αυτό δεν ισχύει μόνο αναφορικά με τον γαστρονομικό τουρισμό, ισχύει παντού.