Η κατάληψη της εξουσίας από τους τρομοκράτες του Τζολάνι, στη Συρία, μετά από έναν πόλεμο κατά του Άσαντ, που διήρκεσε σχεδόν 14 χρόνια, σήμανε μια εντελώς νέα περίοδο όχι μόνο για τη Συρία, αλλά για ολόκληρη την περιοχή.
Γιατί η εκδίωξη του Ιράν από την περιοχή, που δια της παρουσίας του στη Συρία ασκούσε σοβαρή επιρροή στη Μέση Ανατολή και συνιστούσε μείζονα απειλή για το Ισραήλ, καθώς και η απομείωση της επιρροής που ασκούσε η Ρωσία, δημιούργησε ένα κενό που κλήθηκαν να καλύψουν επί του πεδίου τοπικοί παράγοντες, εκπροσωπώντας και άλλες δυνάμεις.
Εν προκειμένω, Τουρκία και Ισραήλ ανταγωνίζονται για τον έλεγχο περιοχών αλλά και της ίδιας της ηγεσίας της Συρίας.
Το Ισραήλ έδειξε αποφασιστικότητα βασικά σε δύο τομείς. Ο ένας είναι η ασφάλεια των συνόρων του, την οποία επιδιώκει να εξασφαλίσει με επέκταση της κατοχής στο στρατηγικής σημασίας όρος Ερμών και εδαφών ανατολικά των Υψωμάτων του Γκολάν, έσω της προστασίας των Δρούζων και της απαίτησης η περιοχή νοτίως της Δαμασκού να είναι απολύτως αποστρατιωτικοποιημένη.
Ο άλλος τομέας είναι η καταστροφή των υποδομών της πολεμικής αεροπορίας της Συρίας, που ήταν μια από τις ισχυρότερες στην περιοχή. Για το λόγο αυτόν με εκατοντάδες αεροπορικές επιχειρήσεις και βομβαρδισμού, η πολεμική αεροπορία του Ισραήλ κατέστρεψε αεροδρόμια, αεροσκάφη, ραντάρ και αντιαεροπορικές-αντιπυραυλικές μοίρες, ενώ ταυτοχρόνως βομβάρδισε αεροπορικές βάσεις τις οποίες φιλοδοξεί να εκσυγχρονίσει και να επανδρώσει η τουρκική πολεμική αεροπορία.
Όσον αφορά την Τουρκία, προσπαθεί να ασκήσει επιρροή και να καταστήσει τη Συρία ένα νεοοθωμανικό προτεκτοράτο, δια του ελέγχου που ασκεί στην κυβέρνηση Τζολάνι, όπου ο υπουργός Εξωτερικών ενεργεί ξεκάθαρα ως εντεταλμένος της Άγκυρας, δια του ελέγχου δεκάδων χιλιάδων μισθοφόρων τζιχαντιστών που είναι ενταγμένη στον νέο συριακό στρατό και δια της καταστροφής των υποδομών της αυτόνομης διοίκησης της Ροζάβα-ΒΑ Συρίας και των κουρδικών δυνάμεων, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των Δημοκρατικών Δυνάμεων της Συρίας.
Στο πλαίσιο αυτό, η Άγκυρα φαίνεται να έπεισε τις ΗΠΑ για την αναγκαιότητα ελέγχου του συνόλου του συριακού εδάφους από την κυβέρνηση της Δαμασκού, εξασφαλίζοντας από την μια πλευρά τη αποστασιοποίηση των αμερικανικών δυνάμεων, που μέχρι τώρα συνεργάζονταν με τους Κούρδους, την αυτόνομη διοίκηση της Ροζάβα και τις Δημοκρατικές Δυνάμεις της Συρίας, και από την άλλη την αποστασία των αραβικών φυλών από τη συνεργασία με τους Κούρδους, κάτι που εξασφάλισε σοβαρό επιχειρησιακό πλεονέκτημα επί του πεδίου στο στρατό του Τζολάνι και στις δυνάμεις της Άγκυρας που δρουν στην περιοχή.
Ενώ συνεχίζονταν οι σφαγές και οι επιχειρήσεις τζιχαντιστών της Συρίας και της Τουρκίας κατά των Κούρδων, οι διεθνείς αντιδράσεις αλλά και η αφύπνιση του αμερικανικού βαθέος κράτους, οδήγησαν τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλτ Τραμπ να αλλάξει την απόφασή του. Για το λόγο αυτόν τηλεφώνησε στους Τζολάνι και Ερντογάν και, σύμφωνα με πληροφορίες από κουρδικές πηγές, τους ζήτησε να σταματήσουν τις επιθέσεις και να αναγνωρίσουν κάποια δικαιώματα αυτονομίας στους Κούρδους.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την υπογραφή συμφωνίας μεταξύ των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων και της συριακής κυβέρνησης, μέρος του κειμένου της οποίας διανεμήθηκε στα ΜΜΕ την 30ή Ιανουαρίου 2026 από το Κέντρο Τύπου των Δημοκρατικών Δυνάμεων της Συρίας.
Το κείμενο έχει ως εξής:
Συμφωνία κατάπαυσης του πυρός επιτεύχθηκε μεταξύ της συριακής κυβέρνησης και των Δημοκρατικών Δυνάμεων της Συρίας (SDF) βάσει μιας συνολικής συμφωνίας, η οποία περιλάμβανε επίσης μια συμφωνία για τη σταδιακή ενσωμάτωση των στρατιωτικών και διοικητικών δυνάμεων και από τις δύο πλευρές.
Η συμφωνία ορίζει την αποχώρηση των στρατιωτικών δυνάμεων από τα σημεία επαφής, την ανάπτυξη δυνάμεων ασφαλείας του Υπουργείου Εσωτερικών στα κέντρα των πόλεων Χασάκα και Καμισλί και την έναρξη της διαδικασίας ενσωμάτωσης των δυνάμεων ασφαλείας στην περιοχή, καθώς και τον σχηματισμό μιας στρατιωτικής μεραρχίας που θα περιλαμβάνει τρεις ταξιαρχίες των SDF, εκτός από τον σχηματισμό μιας ταξιαρχίας Κομπάνι εντός μιας μεραρχίας υπό το Κυβερνείο του Χαλεπίου.
Η συμφωνία περιλαμβάνει επίσης την ενσωμάτωση των θεσμών της Αυτόνομης Διοίκησης στους συριακούς κρατικούς θεσμούς, με τη μόνιμη απασχόληση δημοσίων υπαλλήλων.
Επιπλέον, η συμφωνία αφορά τα πολιτικά και εκπαιδευτικά δικαιώματα του κουρδικού λαού και εγγυάται την επιστροφή των εκτοπισμένων στα σπίτια τους.
Η συμφωνία στοχεύει στην ενοποίηση του συριακού εδάφους και στην επίτευξη πλήρους ενσωμάτωσης στην περιοχή, ενισχύοντας τη συνεργασία μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών και ενοποιώντας τις προσπάθειες για την ανοικοδόμηση της χώρας.