Φωτιές άναψε στα ΜΜΕ, κι όχι μόνο ,η βαρύγδουπη και εν ολίγοις απερίσκεπτη φράση «ο τζάμπας πέθανε», ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων και οδηγώντας μας συνειρμικά στο ομηρικό «ποῖον σε ἔπος φύγεν ἕρκος ὀδόντων». Πιο συγκεκριμένα στη σκηνή εκείνη της ραψωδίας Δ της Ιλιάδας στιχ. 326-350 όπου ο Αγαμέμνονας, απερίσκεπτα, ξεστόμισε επικριτικά λόγια στον Μενεσθέα και στον Οδυσσέα ότι δήθεν αρέσκονται στο φαγοπότι και αφήνουν τους Αργείους μόνους στη μάχη. Η απάντηση τότε ήρθε από τον Οδυσσέα με την ερώτηση « ποῖον σε ἔπος φύγεν ἕρκος ὀδόντων (ποιος λόγος σου διέφυγε από τον φραγμό των οδόντων , που στην καθομιλουμένη θα ήταν «τί χαζομάρες λες»).
Με την αφοπλιστική αυτή ερώτηση ο Όμηρος, δια στόματος του ήρωα και βασιλιά των Ιθακήσιων, με μια φράση, λιτή σαν χτύπημα σφραγίδας ονομάζει τα δόντια «ἕρκος» : φράχτη, τείχος, οχύρωση , όχι στολίδι της γλώσσας αλλά σύνορο. Πριν ο λόγος βγει στον κόσμο, πριν γίνει πράξη, υπόσχεση ή πληγή πρέπει να περάσει ένα τείχος. Το στόμα δεν είναι απλώς άνοιγμα, είναι πύλη με φρουρά. Και δεν το κάνει ο ποιητής για να υμνήσει τη σιωπή αλλά για να θυμίσει ότι ο λόγος πριν γίνει δημόσιος, οφείλει να περάσει από έλεγχο. Στην ομηρική σύλληψη ο λόγος δεν είναι αθώος. Έχει δύναμη και χρειάζεται έλεγχο. Το « ἕρκος των ὀδόντων» δεν προστατεύει τον έξω κόσμο από εμάς , προστατεύει κι εμάς από τον ίδιο μας το λόγο. Γιατί ό,τι ειπωθεί ,δεν επιστρέφει. Παύει να ανήκει σ΄ αυτόν που τον πρόφερε κι αρχίζει να ανήκει σε όσους τον ακούνε και τον παρερμηνεύουν ,τον χρησιμοποιούν ή και τον διαστρεβλώνουν.
Σήμερα ,ο δημόσιος λόγος δεν προηγείται της πράξης, την υποκαθιστά. Οι δηλώσεις γίνονται πολιτική, τα συνθήματα πρόγραμμα και οι εξαγγελίες άλλοθι. Εκεί, όπου έπρεπε να υπάρχει ἕρκος ὀδόντων – τη στιγμή της κρίσης, της ευθύνης, της μέτρησης των συνεπειών – υπάρχει μόνο η βιασύνη της εντύπωσης. Ο λόγος δεν ζυγίζεται , πετιέται στο αέρα σαν κέρμα που ζητά τα δικά του δεκαπέντε λεπτά της δημοσιότητας.
Κανένας δημόσιος λόγος και ακόμα περισσότερο ο πολιτικός λόγος δεν είναι λέξεις που μπαίνουν στη σειρά. Είναι πράξη χωρίς ανάκληση. Μια φράση μπορεί να νομιμοποιήσει την αδικία, να συνηθίσει την βαρβαρότητα, να μετατρέψει το έκτακτο σε κανονικό.
Ίσως, λοιπόν, η πιο ριζοσπαστική πολιτική-κοινωνική πράξη, σήμερα, να μην είναι μια ακόμη δήλωση αλλά αποκατάσταση εκείνου του παλιού ομηρικού τείχους, όχι για να κλείσει στόματα αλλά για να τα κάνει υπόλογα. Γιατί, χωρίς «ἕρκος ὀδόντων», η δημοκρατία γεμίζει φωνές αλλά αδειάζει από ουσία…