Το 2019, ενώ ήταν σε εξέλιξη ο εμφύλιος στη Λιβύη, η Τουρκία, που υποστήριζε φανερά την κυβέρνηση της Τρίπολης, είχε υπογράψει συμφωνία για να της παραχωρηθεί, μεταξύ άλλων, η αεροπορική βάση Al-Watiya, η οποία βρίσκεται δυτικά της πρωτεύουσας και είναι μια από τις σημαντικότερες βάσεις της χώρας.
Το διάστημα εκείνο η Ελλάδα είχε προχωρήσει σε στρατιωτική συνεργασία με αρκετές χώρες της περιοχής της Μέσης Ανατολής, οι οποίες δεν έβλεπαν -και δεν βλέπουν- με καλό μάτι την μόνιμη εγκατάσταση των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων στη χώρα αυτή, η οποία εγκατάσταση εξασφαλίζει στην Άγκυρα και πολιτική επιρροή στη χώρα για τα επόμενα χρόνια.
Τότε, μια χώρα από αυτές που ενοχλούνταν πολύ από την τουρκική στρατιωτική παρουσία, στο πλαίσιο της στρατιωτικής συνεργασίας με την Ελλάδα, έστειλε αντιπροσωπεία στρατιωτικών, ανάμεσα σε αυτούς και αεροπόροι, χειριστές μαχητικών αεροσκαφών, με σκοπό την συνεργασία σε κάποιους τομείς που σχετίζονταν με την παρουσία των Τούρκων στην Λιβύη. Σημειωτέον, δεν ζήτησαν ενεργό εμπλοκή της Ελλάδας, αλλά άλλη, ανώδυνη για μας συμμετοχή, την οποία δεσμεύομαι να προσδιορίσω.
Η Ελλάδα, παρότι δόθηκαν εγγυήσεις ότι δεν πρόκειται να γίνει γνωστή η συνεργασία μας, αρνήθηκε να συνεργαστεί με τη συγκεκριμένη χώρα. Έκτοτε, η εμπιστοσύνη εκείνης της χώρας προς την Ελλάδα, δέχτηκε πλήγμα, το οποίο μπορεί να είναι ανεπούλωτο.
Πάντως, μετά από ένα διάστημα, η αεροπορική βάση Al-Watiya δέχτηκε αεροπορική επίθεση από άγνωστα αεροσκάφη, ένεκα της οποίας καταστράφηκαν υποδομές και τα συστήματα αεράμυνας MIM-23 Hawk που είχε εγκαταστήσει στην εν λόγω βάση μόλις δύο ημέρες πριν η τουρκική πολεμική αεροπορία.
Όσον αφορά την Ελλάδα, πέραν από την απώλεια της εμπιστοσύνης από την εν λόγω χώρα, έχασε και όση εμπιστοσύνη είχε απομείνει της πλευράς Χαφτάρ, μετά την αλλοπρόσαλλη και φοβική συμπεριφορά της χώρας μας απέναντί του. Μάλιστα φτάσαμε σε κάποιο σημείο να μην έχουμε καλές σχέσεις ούτε με την Βεγγάζη ούτε με την Τρίπολη, ενώ την ίδια περίοδο η Τουρκία προχωρούσε σε εξομάλυνση των σχέσεών της και με τη Βεγγάζη.
Έγινε η παραπάνω αναφορά για να προβληματιστούμε για το κατά πόσον η στάση που τηρεί η ελληνική κυβέρνηση έναντι της Τουρκίας και η επίσκεψη Μητσοτάκη στην Άγκυρα, εμπεδώνουν ένα κλίμα εμπιστοσύνης με τις χώρες που η Ελλάδα έχει συνομολογήσει συμφωνίες αμυντικής συνεργασίας, οι οποίες συμφωνίες εδράζονται στην κοινή απειλή που προέρχεται από την Άγκυρα και από την νεοοθωμανική επεκτατική της πολιτική.
Για παράδειγμα, η Ελλάδα, που έχει στηρίξει σε ικανό βαθμό την ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος των ενόπλων μας δυνάμεων στην αγορά οπλικών συστημάτων από το Ισραήλ, που πληρώνουμε με δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ ταυτοχρόνως έχουμε προχωρήσει στην τριμερή Ελλάδος-Κύπρου-Ισραήλ και σε ζητήματα αμυντικής συνεργασίας, τι μήνυμα δίνει σε Κύπρο και Ισραήλ μετά την επίσκεψη Μητσοτάκη στην Άγκυρα;
Να αντιστρέψουμε την κατάσταση. Πώς θα ένοιωθε η Ελλάδα και η Κύπρος, αν ο Νετανιάχου με ένα τσούρμο υπουργών πήγαινε στην Άγκυρα και έδειχνε τρισευτυχισμένος μετά την συνάντηση που είχε με τον Ερντογάν;
Και πώς νοιώθει η Ελλάδα, που ο πρόεδρος της Αιγύπτου, Σίσι, μιμούμενος την ελληνική κυβέρνηση, προχωράει σε σύσφιξη των σχέσεων με την Τουρκία του Ερντογάν;
Οι προσδοκίες μας για συμπόρευση με την Αίγυπτο, με στόχο την αντιμετώπιση της κοινής τουρκικής απειλής, αυξάνονται ή μειώνονται;
Τέλος, τι μηνύματα δίνουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στα κράτη-μέλη, για την Τουρκία, τη συνεχιζόμενη κατοχή και το πακέτο των παράνομων και παράλογων διεκδικήσεων της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας, μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν; Πόση αξιοπιστία θα έχουν οι εκκλήσεις μας προς τους εταίρους μας και προς την ίδια την ΕΕ να συμπαρασταθούν στην Ελλάδα και την Κύπρο έναντι της τουρκικής επιθετικότητας, όταν εμείς οι ίδιοι ξεπλένουμε την Τουρκία;
Ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις.