Η Ευρώπη βρίσκεται ξανά σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι. Τριάντα πέντε χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, ένα νέο – αόρατο αυτή τη φορά – τείχος υψώθηκε μέσα στην ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ένα τείχος από κανόνες, μηχανισμούς, οικονομισμό και πολιτισμική ηγεμονία. Είναι αυτό που ο γάλλος ιστορικός Εντουάρ Ουσόν ονομάζει «η Δημοκρατία του Βερολίνου»∙ ένα σύστημα όπου η Γερμανία κάνει «ό,τι της καπνίσει» και οι υπόλοιποι προσπαθούν να προσαρμοστούν.
Για να κατανοήσουμε όμως αυτή την κυριαρχία, πρέπει να δούμε τις ιδεολογικές της ρίζες. Γιατί ο σύγχρονος γερμανικός τρόπος άσκησης ισχύος είναι προϊόν μιας μακράς παράδοσης που ξεκινά από τον γερμανικό ρομαντισμό, διαπερνά τον Χέρντερ και τον εθνικό ιδεαλισμό, και φτάνει μέχρι την πολιτική κουλτούρα της σημερινής ΕΕ.
Όπως σημειώνει ο Ρίτσαρντ Βόλιν στο βιβλίο του η γοητεία του ανορθολογισμού, ο γερμανικός ρομαντισμός εισήγαγε μια βαθιά τομή: αντικατέστησε τον οικουμενικό ορθό λόγο του Διαφωτισμού με μια «νέα αρχή πραγματικότητας, ηθικής και ιστορίας» βασισμένη όχι στην καθολικότητα, αλλά στο «Volk», στο «έθνος-λαό» με τις δικές του ιδιαίτερες πνευματικές δυνάμεις .
Στη θέση της οικουμενικότητας εμφανίζεται μια «ποικιλία εθνικών πνευμάτων που αγωνίζονται από κοινού να αναπτύξουν τις ξεχωριστές τους δυνάμεις» . Αυτό το σχήμα παράγει σχεδόν αναπόφευκτα μια ιδεολογική ιεράρχηση: δεν είναι όλα τα έθνη ίσα∙ κάποια θεωρούνται φορείς ανώτερου ιστορικού προορισμού.
Από εκεί ως την «θεοποίηση του κράτους» και την εμπιστοσύνη στην εξουσία «των μεγάλων ανδρών» υπάρχει μία μόνο γραμμή. Δεν είναι τυχαίο ότι, όπως τονίζει ο Βόλιν, ο γερμανικός λαός παρουσιάζεται ιστορικά ως «έρμαιο των ιδεών»∙των μεγάλων αφηγήσεων που τον οδηγούν είτε στα σημαντικότερα επιτεύγματα είτε στις καταστροφικότερες παρεκτροπές του .
Με άλλα λόγια: ο πυρήνας της γερμανικής ιδεολογίας δεν είναι ούτε ανθρωπιστικός ούτε διαφωτιστικός. Είναι οργανικός, ιεραρχικός, τελεολογικός. Και αυτό το πολιτισμικό φορτίο ταξιδεύει μέχρι το σήμερα.
Μετά το 1989, όταν η Γερμανία επανενώθηκε, η Ευρώπη αντί να βρει την ευκαιρία να χαλαρώσει, παγιδεύτηκε. Αντί η Γαλλία – όπως σημειώνει ο Ουσόν – να ξαναβρεί την εθνική της ανεξαρτησία, «κλείστηκε στην ήπειρο», υιοθέτησε το κοινό νόμισμα και μετατράπηκε στον μόνιμο συνοδό του Βερολίνου.
Το αποτέλεσμα; Η Γερμανία επέβαλε τα κριτήρια του Μάαστριχτ, την αυστηρή δημοσιονομική ορθοδοξία, την άρνηση κάθε κοινής οικονομικής πολιτικής, την ενεργειακή αυτοχειρία της εξόδου από την πυρηνική ενέργεια, την επέκταση της ΕΕ όπως εκείνη επιθυμούσε και μια καταστροφικά μονομερή σχέση με τη Ρωσία, που οδήγησε στην ουκρανική κρίση.
Όλα αυτά είναι έκφραση ενός ιδεολογικού τρόπου ύπαρξης: ο γερμανικός τρόπος ως γενικός κανόνας. Η ταύτιση του Volk με το Norm. Ο «λαός», ως ενιαία και αυθεντική οντότητα, εξισώνεται με την ίδια την πηγή της κανονικότητας. Ό,τι θέλει ο «λαός» είναι από μόνο του ο κανόνας, ο νόμος, το σωστό.
Από τις autobahns και την αισθητική του υπερμεγέθους μέχρι τη σύγχρονη οικονομική «γραφειοκρατία της ηθικής», η Γερμανία προβάλλει ως πρότυπο αυτά που το δικό της ιστορικό φαντασιακό θεωρεί αυτονόητα. Το διακύβευμα είναι βαθύτερο από νομισματική πολιτική: είναι η ηγεμονία ενός ολόκληρου πολιτισμικού υποδείγματος.
Αυτό το υπόδειγμα έφτασε στα όριά του. Η Ευρώπη συνειδητοποιεί πλέον ότι η γερμανική ηγεμονία δεν είναι ούτε ουδέτερη ούτε αθώα: είναι αποτέλεσμα μιας μακράς ιδεολογικής κληρονομιάς.
Στη Γαλλία, o Ουσόν εκφράζει μια ολόκληρη σχολή σκέψης που ζητά «να κατεδαφίσουμε το νέο Τείχος του Βερολίνου» και να σταματήσει η χώρα να υιοθετεί «γερμανικούς κανόνες ενάντια στα δικά της συμφέροντα».
Στην Ιταλία, κεντρικές πολιτικές δυνάμεις μιλούν ανοικτά για «γερμανικό εκβιασμό» μέσω της ΕΚΤ και του Συμφώνου Σταθερότητας.
Στην Ολλανδία, η άνοδος των αντισυστημικών κομμάτων συνδέεται με την κόπωση απέναντι στην «γερμανική Ευρώπη της λιτότητας».
Στην Ισπανία και την Πορτογαλία, η συζήτηση για χαλάρωση των κανόνων αποκτά πλέον χαρακτήρα εθνικής επιβίωσης.
Στην Ανατολική Ευρώπη, οι κυβερνήσεις βλέπουν την διεύρυνση ως μηχανισμό γερμανικής οικονομικής διείσδυσης.
Στην Ελλάδα, η μνημονιακή εμπειρία έδειξε με τον πιο ωμό τρόπο τι σημαίνει μια ΕΕ που «οικοδομήθηκε πάνω σε γερμανικούς κανόνες»: δημοσιονομική εξόντωση χωρίς πολιτικό έλεγχο.
Η Ευρώπη συνειδητοποιεί ότι η γερμανική επικυριαρχία δεν είναι πια το τίμημα της σταθερότητας, αλλά το εμπόδιο κάθε πολιτικής αλλαγής.
Το ουσιαστικό πρόβλημα είναι ότι η Γερμανία δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό της εκτός αυτής της θέσης. Η Γερμανία πιστεύει ότι εκφράζει έναν ορθολογικό, ηθικό ευρωπαϊσμό.
Όμως το σύστημα που παράγει είναι αποτέλεσμα ενός ανορθολογικού ρομαντικού υποβάθρου: μυστικισμός, πίστη σε ιστορικές αποστολές, ταύτιση του κράτους με την αλήθεια, παραδοσιακός ιδεαλισμός.
Όπως γράφει η Έλσι Μπάτλερ, [αγγλίδα καθηγήτρια γερμανικής φιλολογίας (1885–1959)] ο γερμανικός λαός «είναι έρμαιο των ιδεών του» – και αυτό κάνει τη γερμανική πολιτική απρόβλεπτη, άκαμπτη και ενίοτε επικίνδυνη.
Η κρίση της «Δημοκρατίας του Βερολίνου» – από την ενεργειακή αυτοκτονία μέχρι την πολιτική αστάθεια – δεν είναι απλώς συγκυριακή. Είναι ιδεολογική. Και η Ευρώπη το βλέπει.
Γι’ αυτό, σε αντίθεση με όσα πολλοί πίστευαν μετά το 2008, σήμερα καταγράφονται τάσεις απεξάρτησης: συμμαχίες Νότου για αλλαγή του Συμφώνου Σταθερότητας, προσπάθειες για στρατηγική αυτονομία ανεξάρτητη από το Βερολίνο, αναθεώρηση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής, νέες εθνικές ατζέντες που αμφισβητούν τη γερμανική μονόδρομη ορθοδοξία.
Και τώρα τι;
Το δίλημμα είναι απλό: ή η Ευρώπη θα συνεχίσει να ζει μέσα στο «νέο Τείχος του Βερολίνου» – ένα σύνολο κανονιστικών αλυσίδων που κατασκευάστηκαν εν πολλοίς από το γερμανικό πολιτισμικό φαντασιακό – ή θα αποκτήσει ξανά πολιτικό βηματισμό, στρατηγική σκέψη και δημοκρατική αυτονομία.
Η γερμανική ηγεμονία ήταν κάποτε το κόστος της σταθερότητας. Σήμερα είναι το βασικό εμπόδιο της αλλαγής. Και όπως έλεγε ο Ουσόν, «όταν είσαι αιχμάλωτος της δικής σου επιθυμίας, δεν ξέρεις πια πώς μοιάζει η ελευθερία». Αυτή είναι η στιγμή που οι ευρωπαϊκοί λαοί αρχίζουν να το θυμούνται.