Η απειλή που δέχθηκε η Κύπρος από τον πόλεμο στο Ιράν και η βοήθεια που ζήτησε η Κυπριακή Δημοκρατία από την Ελλάδα επανέφεραν στον δημόσιο λόγο το περίφημο Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου, το οποίο εμπνεύστηκε ο Ανδρέας Παπανδρέου, συνέταξαν οι κυβερνήσεις του τις δεκαετίες 1980 και 1990 και εξέπνευσε άδοξα το 2001. Με κάποια μορφή, το φάσμα του περιπλανιόταν πάνω από τους αμυντικούς προβληματισμούς της χώρας και πολύ αργότερα, αλλά όσο περνούσαν τα χρόνια, η αμυντική διάθεση ξεθώριαζε.
Μπορεί το Δόγμα όπως ήταν διατυπωμένο στην αρχική του μορφή να ανταποκριθεί στις σημερινές ανάγκες και της Κύπρου και της Ελλάδας; Το περιβάλλον του 2026 δεν είναι το ίδιο με το περιβάλλον της δεκαετίας του 1990. Η Ελλάδα και η Κύπρος είναι μέλη της Ε.Ε. και μπορούν να αξιοποιήσουν αυτήν την ιδιότητα, τώρα, που και η Ευρωπαϊκή Ένωση ανησυχεί για την δική της ασφάλεια και επιδιώκει παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αλλά τι ήταν το Δόγμα;
Ήταν η απάντηση που ήθελε να δώσει η Ελλάδα ότι η Κύπρος «δεν κείται μακράν». Θεώρησε κρίσιμο τμήμα ένα ενιαίο γεωστρατηγικό τόξο που εκτεινόταν από τον Έβρο έως την Ανατολική Μεσόγειο. Το δόγμα αυτό δεν είχε μόνο συμβολικό χαρακτήρα. Επιδίωκε να προσδώσει πραγματική στρατιωτική, πολιτική και διπλωματική υπόσταση στην ιδέα της κοινής άμυνας Ελλάδας και Κύπρου.
Ο επίτιμος αρχηγός ΓΕΕΘΑ Μανούσος Παραγιουδάκης, μίλησε στην εκπομπή «Πρίσμα» της Δημοτικής Τηλεόρασης Θεσσαλονίκης. Ήταν ένας από τους ανθρώπους που συνέβαλαν στην υλοποίηση του δόγματος και περιέγραψε αυτή τη σύλληψη.
Ο Ενιαίος Αμυντικός Χώρος, όπως είπε, δεν ήταν απλώς ένα πολιτικό μήνυμα. Ήταν ταυτόχρονα επιχειρησιακή λογική και δέσμευση συνδρομής. Στόχος του ήταν πρώτα η αποτροπή, στη συνέχεια η άμυνα, και σε τελική ανάλυση η έμπρακτη στήριξη της Κύπρου σε περίπτωση κρίσης.
Το πρόβλημα ήταν ότι από τη θεωρία έως την πλήρη εφαρμογή, μεσολαβούσε μεγάλη απόσταση. Ο κ. Παραγιουδάκης επισήμανε ότι το δόγμα συνάντησε σοβαρές δυσκολίες. Πρώτα από όλα, απαιτούσε πόρους. Υποδομές, βάσεις, μέσα, μεταφορική ικανότητα, κοινό σχεδιασμό, διαρκή ετοιμότητα. Χρειαζόταν, δηλαδή, όχι μόνο βούληση αλλά και χρήματα. Δεύτερον, απαιτούσε σταθερή πολιτική προσήλωση από τις κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου, κάτι που δεν υπήρξε πάντοτε στον ίδιο βαθμό. Και τρίτον, προκαλούσε εξωτερικές αντιδράσεις. Η ενεργοποίηση του δόγματος, ιδίως μέσα από ασκήσεις και παρουσία ελληνικών δυνάμεων στην Κύπρο, ενόχλησε όχι μόνο την Τουρκία αλλά και διεθνείς παράγοντες που δεν επιθυμούσαν μια τόσο εμφανή στρατηγική σύζευξη στο νοτιοανατολικό άκρο του ΝΑΤΟ.
Παρά τα εμπόδια, όμως, το δόγμα άφησε αποτύπωμα. Δεν έμεινε μόνο σε επίπεδο διακηρύξεων. Η ενίσχυση της Εθνικής Φρουράς, οι κοινές ασκήσεις, η επιδίωξη κοινών σχεδίων χειρισμού κρίσεων, η αεροπορική και ναυτική διάσταση της ελληνικής παρουσίας, όλα αυτά έδειξαν ότι η Αθήνα και η Λευκωσία επιχείρησαν να μετατρέψουν μια στρατηγική ιδέα σε πρακτική πολιτική.
Ο Βαγγέλης Χωραφάς υπήρξε πολιτικό στέλεχος των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ. Θεωρεί ότι ο Ενιαίος Αμυντικός Χώρος δεν γεννήθηκε σε κενό ιστορικό χρόνο. Αναπτύχθηκε μέσα σε ένα περιβάλλον συνεχούς ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, όταν η τουρκική στρατηγική κλιμάκωνε τις διεκδικήσεις της και επιχειρούσε να μεταβάλει το ισοζύγιο ισχύος σε Αιγαίο και Κύπρο. Το δόγμα αποτέλεσε, υπό αυτή την έννοια, απάντηση σε μια αναθεωρητική λογική που δεν περιοριζόταν μόνο στο Κυπριακό, αλλά αφορούσε συνολικά τον ελληνικό χώρο.
Η αναδρομή που κάνει ο κ. Χωραφάς έχει αξία, διότι δείχνει και τον λόγο για τον οποίο το δόγμα αποδυναμώθηκε σταδιακά. Η υπόθεση των S-300, οι κρίσεις της δεκαετίας του ’90, οι ευρύτερες διπλωματικές ισορροπίες, η μετατόπιση της προσοχής προς την ευρωπαϊκή προοπτική και η εσφαλμένη εντύπωση ότι η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση αρκούσε από μόνη της ως στρατηγική ασπίδα, οδήγησαν, τελικά, να ατονήσει ο αρχικός σχεδιασμός. Σταδιακά, ο Ενιαίος Αμυντικός Χώρος έπαψε να λειτουργεί ως ενεργό δόγμα και μετατράπηκε περισσότερο σε σημείο ιστορικής αναφοράς.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αεροπορική διάσταση, την οποία έχει αναδείξει ο πτέραρχος ε.α. Αθανάσιος Παπανικολάου. Η μεγάλη πρόκληση του δόγματος ήταν πάντοτε η απόσταση. Η Κύπρος δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο με πολιτικές δηλώσεις· χρειάζεται επιχειρησιακή δυνατότητα διαρκούς παρουσίας, έγκαιρης επέμβασης και παραμονής στην περιοχή. Στο παρελθόν αυτό ήταν δυσκολότερο. Σήμερα, με τις τεχνολογικές εξελίξεις, τα νέα οπλικά συστήματα, τις δυνατότητες επιτήρησης, δικτύωσης και προσβολής στόχων από μεγαλύτερες αποστάσεις, οι προϋποθέσεις είναι καλύτερες. Ωστόσο, ακόμη και τώρα, το πρόβλημα δεν λύνεται αυτομάτως. Χρειάζονται υποδομές, αεράμυνα, κοινός σχεδιασμός, διαλειτουργικότητα και κυρίως σταθερή πολιτική απόφαση.
Το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου μπορεί να λειτουργήσει, σήμερα, ως βάση, όχι ως συνολική λύση. Χρειάζεται επικαιροποίηση, εκσυγχρονισμός και ένταξη σε ένα εντελώς διαφορετικό γεωπολιτικό πλαίσιο. Διότι σήμερα η Ελλάδα και η Κύπρος δεν είναι μόνο δύο κράτη του ελληνισμού με κοινά στρατηγικά συμφέροντα. Είναι και δύο κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτό αλλάζει τα δεδομένα. Η Ανατολική Μεσόγειος είναι περιοχή άμεσης σημασίας για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, την ενεργειακή στρατηγική, τις θαλάσσιες οδούς, τις μεταναστευτικές ροές και τη συνολική γεωπολιτική παρουσία της Ευρώπης. Η Κύπρος, ακριβώς λόγω θέσης, μπορεί και πρέπει να αναδειχθεί σε κομβικό σημείο ευρωπαϊκής παρουσίας στην περιοχή με αξιοποίηση του άρθρου 42 παράγραφος 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, που προβλέπει υποχρέωση βοήθειας και συνδρομής σε κράτος-μέλος που δέχεται ένοπλη επίθεση.
Η ρήτρα αυτή δεν αρκεί από μόνη της, ούτε λειτουργεί αυτόματα. Μπορεί όμως να αποτελέσει το πολιτικό και νομικό έρεισμα για μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο. Με άλλα λόγια, το ζητούμενο σήμερα δεν είναι η επιστροφή στο 1993, αλλά η μετάβαση σε ένα νέο δόγμα που θα αντλεί από εκείνη την εμπειρία και θα την προσαρμόζει στις ανάγκες του 2026.