Με συγκίνηση θυμάμαι εκείνη την «λιτανεία» της ενημέρωσης στην Τσιμισκή τα χρόνια του ´70 και του ´ 80.
Στο πλήθος που περπατούσε από τη ΧΑΝΘ μέχρι τα Δικαστήρια, οι πιο πολλοί κρατούσαν μια εφημερίδα. Στα πολλά τότε περίπτερα, ο κόσμος διάβαζε τους πρωτοσέλιδους τίτλους, συζητούσε τα ρεπορτάζ αλλά και τα άρθρα.
Λειτουργούσαν και οι περίφημοι «πάγκοι» πώλησης σε πολύβουες διασταυρώσεις όπως Τσιμισκή και Αγίας Σοφίας.
Με αυτές τις εικόνες στο μυαλό, με οδύνη και συγκίνηση, πήγαμε την περασμένη Τέταρτη να αποχαιρετήσουμε τον δάσκαλό μας, τον Διεθυντή μας, τον Αντώνη Κούρτη που έφυγε από τη ζωή στα 92 του χρόνια και που έδωσε φως και αξία στη σχέση της εφημερίδας με τον αναγνώστη.
Υπήρξε γνήσιος εκπρόσωπος με νέες ιδέες και προσήλωση στην πολυφωνία, αυτής ακριβώς της εποχής. Του καιρού των εφημερίδων.
Ο δημοσιογραφικός και πολιτικός κόσμος τιμούν αυτές τις μέρες και αποτιμούν το έργο αυτής της μεγάλης αυτής προσωπικότητας του βορειοελλαδικού Τύπου, που άφησε επίσης το αποτύπωμά του με μεγάλη προσφορά και στην ΕΣΗΕΜ-Θ, τη ΔΕΘ και στην πολιτική σκηνή.
Από τη μεριά μου θα ήθελα να θυμηθώ την πρωτοπόρα σκέψη του και την στιβαρή διεύθυνση της εφημερίδας τα τρία πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ‘80 όταν είχα τη χαρά να μπω στην οικογένεια της «Θεσσαλονίκης», τότε που δέσποζε μαζί του και η θρυλική τριάδα αρχισυντακτών Αντώνης Πεκλάρης, Γιάννης Μυλαράκης, Σταύρος Ρεπανάς.
Οι εφημερίδες τότε ήταν η βασική πηγή ενημέρωσης, αφού δεν υπήρχαν οι ιδιωτικοί σταθμοί, ούτε ενημερωτικές εκπομπές και η κρατική τηλεόραση απηχούσε κυρίως τις θέσεις της εκάστοτε κυβέρνησης, Η εφημερίδα δεν παρείχε απλώς ειδήσεις και απόψεις, αλλά γινόταν αντικείμενο κύρους και συμμετοχής στον δημόσιο βίο. Το χαρτί της θρόιζε σαν προέκταση της φωνής της κοινωνίας.

Είναι αδύνατον να ξεχάσω στα όσα χρόνια μού μένουν, το τμήμα «Νέοι, Επιστήμη, Παιδεία», «σπουδαστικό τμήμα» της εφημερίδας «Θεσσαλονίκη», που εμπνεύσθηκε ο Αντώνης Κούρτης και το οποίο υπηρέτησα για πάνω από 15 χρόνια (1981-1996).
Αυτό το τμήμα «χώρεσε» σε ένα «δωματιάκι» τρία επί τρία, νέους συντάκτες, φοιτητές και γρήγορα συσπείρωσε πανεπιστημιακούς, πολιτικούς, καλλιτέχνες και άλλους ως συντάκτες άρθρων, πράγμα που ευνοούσε σταθερά ο Αντώνης Κούρτης. Όλοι αυτοί είχαν κάνει τα γραφεία της εφημερίδας στη Μοναστηρίου 85 στέκι τους. Άλλα χρόνια.
Μας είχε αναθέσει μάλιστα τότε, νέους συντάκτες (Δ. Αραβαντινό, Μ. Αλεξανδρίδη, Λ. Χατζηνάκο και εμένα) υπό τον Παντελή Σαββίδη την διετία 1982-83, να κάνουμε έρευνα και συνεντεύξεις με σπουδαίους καθηγητές του ΑΠΘ -και όχι μόνο- για μεγάλες μεταρρυθμίσεις που είχαν ταρακουνήσει την ελληνική κοινωνία, όπως το νέο οικογενειακό δίκαιο, ο νέος νόμος πλαίσιο για τα ΑΕΙ, ο πολιτικός γάμος και η αποποινικοποίηση της μοιχείας, το ρυθμιστικό σχέδιο, αλλά και να ανιχνεύσουμε τα πρώτα σκιρτήματα του οικολογικού και του γυναικείου κινήματος με πρωτοπόρες γυναίκες, καλώντας προσωπικότητες αυτών των χώρων για αρθρογραφία.
Είχε δει ο Αντώνης Κούρτης πως οι φοιτητές της εποχής «ψάχνονταν» στην πολιτική, σε βιβλία, ιδέες και έκανε άνοιγμα στην πολυπληθή πανεπιστημιακή κοινότητα. Ήθελε να πιάσουμε όλον αυτόν το αναβρασμό και να τον μεταφέρουμε στις σελίδες της «Θεσσαλονίκης».
Ένα αξιοπρόσεκτο χαρακτηριστικό του ήταν η προσήλωση στον στόχο που έθετε και η μαεστρία του να κερδίζει την προσοχή των συνομιλητών του στο θέμα αυτό.
Κάποιοι στην αρχή σκεφτόταν πως αυτό δεν ήταν σπουδαίο θέμα για να αναδειχθεί από την εφημερίδα. Ο Αντώνης Κούρτης όμως έπειθε τελικά τους συνεργάτες του, αλλά όπως μαθαίναμε και πολιτικούς και άλλους διαμορφωτές της κοινής γνώμης για την επιλογή του.
Τον ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου έδωσε για την εμπιστοσύνη του, αλλά και για τους ανοιχτούς ορίζοντες που μου έδειξε.
Πιο πολύ όμως για το φωτεινό του παράδειγμα να κοιτάς μπροστά και είσαι αταλάντευτος στις αρχές και τις αξίες σου.

Οι Boomers με τις εφημερίδες και η GEN Z με τα tablets
Τι σημαίνει σήμερα άραγε η εικόνα εκείνης της εποχής του 1970 και του 1980 με την εφημερίδα έντονα παρούσα στην καθημερινότητα των πολιτών;
Την ονόμασα ως «λιτανεία» της ενημέρωσης στην Τσιμισκή», στους πάγκους και στα περίπτερα, ρισκάροντας «παρεξήγηση», καθώς η λέξη κουβαλά έντονο θρησκευτικό συμβολισμό, αλλά εδώ η χρήση της μάλλον λειτουργεί κυρίως σε στοχαστικό ύφος,
Παραπέμπει σε μια συλλογική, σχεδόν τελετουργική πορεία ανθρώπων με κοινό σκοπό. Αν πας μεταφορικά στο παρελθόν, όπου πολλοί άνθρωποι περπατούσαν στον δρόμο κρατώντας ή διαβάζοντας εφημερίδα, δημιουργείται η αίσθηση μιας «πορείας» προς τη γνώση και την ενημέρωση.
Στη «Θεσσαλονίκη» του Αντώνη Κούρτη μπορεί να προστεθεί και η πολυφωνία, η σταθερή προσήλωση στους δημοκρατικούς θεσμούς αλλά και η φιλοξενία του νέου λόγου που έρχονταν.
Οι νέοι αναγνώστες της «Θεσσαλονίκης» στα χρόνια του Α. Κούρτη -ο οποίος τη διηύθυνε 17 χρόνια, 1966-83- ήταν οι Boomers (γεννημένοι από το 1945-65) που έδιναν αξία στη σκληρή δουλειά και είχαν ελάχιστη εξοικείωση με την τεχνολογία. Έρχονταν να προστεθούν στη γενιά αυτών που έζησαν τον Β´ παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο.
Οι σημερινοί νέοι, η πρώτη πραγματικά ψηφιακή γενιά (digital natives)που μεγάλωσε με social media και την γρήγορη κατανάλωση της πληροφορίας, ρεαλιστές και αγχωμένοι ίσως δυσκολευτούν να καταλάβουν τι ρόλο έπαιξε η εφημερίδα στη ζωή των παππούδων τους που κάποτε υπήρξαν ιδεαλιστές νέοι.