Διακόσια χρόνια ύστερα από την μεγάλη έξοδο των Μεσολογγιτών ας γραφεί ένα κείμενο ακόμα για τη δόξα ,την τιμή και τον θαυμασμό για αυτούς τους ήρωες, μήπως έτσι καταφέρουμε να νοηματοδοτήσουμε λίγο και τη δική μας αντιηρωική ζωή. Μήπως κατανοήσουμε καλύτερα το «Ελευθερία ή θάνατος». Γιατί, η ελευθερία πάνω απ’ τον θάνατο δεν αποτελεί απλώς μια ιδέα· είναι μια πράξη ύπαρξης, μια βαθιά υπαρξιακή επιλογή που φέρνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τα όριά του. Στην Έξοδο του Μεσολογγίου, η ανθρώπινη φύση δοκιμάστηκε μέχρι την έσχατη αντοχή της. Εκεί, όπου το σώμα λιμοκτονεί, όπου η ύλη καταρρέει, αναδύεται κάτι ισχυρότερο: το πνεύμα που αρνείται να υποταχθεί.
Οι Μεσολογγίτες δεν ήταν απλώς πολιορκημένοι, ήταν άνθρωποι που έζησαν την απόλυτη απογύμνωση της ζωής από κάθε υλικό στήριγμα. Η πείνα δεν ήταν μόνο σωματική· ήταν μια διαρκής υπενθύμιση της θνητότητας, μια σιωπηλή πρόκληση: «θα επιλέξεις να ζήσεις με κάθε τίμημα ή να υπάρξεις με αξιοπρέπεια;». Και αυτοί επέλεξαν το δεύτερο. Όχι από απελπισία, αλλά από συνειδητή άρνηση να εκχωρήσουν την εσωτερική τους ελευθερία.
Η ζωή, με την απλότητα και τη γοητεία της, γίνεται τότε πειρασμός. Ο ποιητικός λόγος που υμνεί τον Απρίλη, τον έρωτα, την αναγέννηση της φύσης («Έστησε ο Έρωτας χορό με τον ξανθό Απρίλη»), στέκει ως αντίστιξη στην τραγική πραγματικότητα. Γιατί η ζωή δεν είναι πάντοτε αυτονόητα αγαθό· γίνεται πολύτιμη μόνο όταν συνοδεύεται από ελευθερία. Διαφορετικά, μετατρέπεται σε μια σκιά ύπαρξης, σε μια επιβίωση χωρίς νόημα.
Ο Μεσολογγίτης δεν λύγισε ούτε μπροστά στο πιο αρχέγονο ένστικτο, την πείνα. Η εικόνα της μάνας που ζηλεύει το πουλί για ένα σπυρί δεν είναι απλώς λογοτεχνική ( «Λαλεί πουλί παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει»)· είναι μια κραυγή της ανθρώπινης ανάγκης. Και όμως, ακόμη και εκεί, η αξιοπρέπεια δεν υποχωρεί. Η άρνηση της τροφής γίνεται άρνηση της υποταγής.
Έτσι, ο θάνατος δεν βιώνεται ως Τέλος, αλλά ως Υπέρβαση. Δεν είναι φυγή, αλλά κατάφαση μιας ανώτερης ελευθερίας. Οι Μεσολογγίτες βαδίζουν προς αυτόν όχι με θλίψη, αλλά με μια παράξενη γαλήνη, σχεδόν με χαρά. Γιατί έχουν ήδη κατακτήσει αυτό που ο θάνατος δεν μπορεί να αγγίξει, την αυτοδιάθεση της ψυχής τους.
Σε αυτή τη στάση, ο άνθρωπος ξεπερνά τα όρια της φυσικής του υπόστασης. Αγγίζει το υπερκόσμιο, όχι ως θρησκευτική υπόσχεση, αλλά ως βίωμα εσωτερικής ολοκλήρωσης. Η πράξη τους γίνεται σύμβολο. Γι΄αυτούς η ελευθερία δεν είναι εξωτερική συνθήκη, αλλά εσωτερική κατάσταση. Και όταν αυτή διαφυλάσσεται, τότε «του αντρειωμένου ο θάνατος, θάνατος δεν λογιέται».
Ίσως ,τελικά η μεγαλύτερη νίκη του ανθρώπου δεν είναι να αποφύγει τον θάνατο, αλλά να αγκαλιάσει την περατότητα της ύπαρξης, να φωτίσει το σκοτάδι του τέλους. Να τον μετατρέψει από αναπόφευκτη μοίρα σε ελεύθερη επιλογή. Και τότε, η ύπαρξη αποκτά βάθος, γίνεται πράξη ευθύνης και ταυτόχρονα πράξη ελευθερίας.
Οι Μεσολογγίτες δεν μας κληροδότησαν, απλώς, μια ιστορική μνήμη· μας άφησαν ένα διαχρονικό ερώτημα: πόσο αξίζει η ζωή χωρίς ελευθερία; Και, ακόμη περισσότερο, πόσο έτοιμοι είμαστε να υπερασπιστούμε αυτό που μας καθορίζει ως ανθρώπους;