Το περιστατικό στη Νέα Μηχανιώνα, όπου ένας 90χρονος έθαψε ζωντανό ένα σκυλί, με το στόμα του δεμένο με ταινία, προκάλεσε δικαίως, σοκ και οργή στην κοινή γνώμη. Ο ίδιος ισχυρίστηκε πως το ζώο είχε επιβαρυμένη υγεία και νόμιζε ότι ήταν νεκρό, επικαλούμενος τον νομικό ισχυρισμό της πλάνης. Ωστόσο, η φρίκη της πράξης μένει. Και ανεξαρτήτως ενοχής ή πρόθεσης, η Πολιτεία δεν μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζει τέτοιες συμπεριφορές μόνο με ποινικά και διοικητικά μέτρα.
Με σύμφωνη γνώμη ανακρίτριας και εισαγγελέα ο δράστης αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, ενώ του επιβλήθηκαν πρόστιμα άνω των 30.000 ευρώ. Όμως η οικονομική ή η τυπική ποινή όπως έχει αποδειχθεί παγκοσμίως, δεν αρκεί για να αντιμετωπίσει την πραγματική ρίζα τέτοιων περιστατικών. Δεν αρκεί για να αντιμετωπίσει τη νοοτροπία και το ψυχικό υπόβαθρο που οδηγούν έναν άνθρωπο στο να στερήσει μια ζωή ή να επιχειρήσει να το κάνει.
Η πρόθεση να αφαιρέσεις μια ζωή, είτε ανθρώπινη είτε ενός ζώου, δεν γεννιέται ως στιγμιαία αντίδραση. Πηγάζει από κάπου όπως από φόβο, αδιαφορία, έλλειψη ενσυναίσθησης, διαστρεβλωμένη αντίληψη της ευθύνης, τραύματα, ψυχική κατάρρευση, κοινωνική απομόνωση. Κανένα πρόστιμο, όσο υψηλό κι αν είναι, δεν μπορεί να διορθώσει αυτά τα πεδία. Απλώς τιμωρεί μια πράξη, χωρίς να αγγίζει τον άνθρωπο που την έκανε.
Γι’ αυτό η συζήτηση πρέπει να μετατοπιστεί. Δεν αρκεί η Πολιτεία να επιβάλλει χρηματικές ή μόνο σοφρονιστικές ποινές, αλλά χρειάζεται να θεσμοθετήσει υποχρεωτικές συνεδρίες με ψυχολόγο ή ψυχίατρο για κάθε κακοποιητική πράξη, που στρέφεται σε άνθρωπο ή σε ζώο. Αυτό δεν είναι επιείκεια, είναι πρόληψη. Είναι η μόνη πραγματικά αποτελεσματική πολιτική νομίζω για να μειωθούν τέτοια περιστατικά.
Η κακοποίηση ζώων δεν είναι “δευτερεύουσα” βία, είναι προειδοποιητικό σημάδι
Σε πολλές χώρες η κακοποίηση ζώων συνδέεται άμεσα με μελλοντική βία προς ανθρώπους. Τα ψυχολογικά προφίλ όσων προβαίνουν σε τέτοιες πράξεις δείχνουν ότι οι πυλώνες της συμπεριφοράς τους είναι βαθιά διαταραγμένοι με προβλήματα ελέγχου θυμού, έλλειψη ενσυναίσθησης, αδυναμία διαχείρισης της θλίψης ή του πένθους, δυσλειτουργική σχέση με την εξουσία πάνω σε πιο αδύναμα πλάσματα.
Στην περίπτωση της Νέας Μηχανιώνας, ακόμη κι αν ο 90χρονος ήταν πεπεισμένος ότι το ζώο είχε πεθάνει, η επιλογή του να το θάψει με την ταινία ακόμη δεμένη στο στόμα, χωρίς καν να επιβεβαιώσει την κατάστασή του, δείχνει μια σοβαρή διαστρέβλωση αντίληψης και κρίσης. Αυτό δεν μπορεί να μένει εκτός αξιολόγησης.
Η Πολιτεία οφείλει να δει τον δράστη όχι μόνο ως παραβάτη, αλλά και ως άνθρωπο σε ανάγκη.
Η Ελλάδα έχει κάνει βήματα μπροστά με την αυστηροποίηση των ποινών για κακοποίηση ζώων. Όμως έμεινε πίσω στο πιο κρίσιμο στάδιο, τη θεραπευτική διάσταση. Όταν κάποιος επιλέγει να κακοποιήσει, δηλώνει κάτι για τον εαυτό του. Δηλώνει ότι μέσα του έχει ρωγμές. Και αυτές οι ρωγμές δεν κλείνουν με πρόστιμα.
Χωρίς υποχρεωτική ψυχολογική παρέμβαση, ο δράστης θα συνεχίσει να βλέπει το γεγονός ως μια «ατυχία» που του στοίχισε χρήματα ενώ δεν θα κατανοήσει τον αντίκτυπο της συμπεριφοράς του, δεν θα μάθει να διαχειρίζεται τα συναισθήματα ή τα ένστικτά του και δεν θα αποτρέψουμε το ενδεχόμενο επανάληψης της πράξης.
Η ψυχοθεραπεία δεν είναι χάδι στον δράστη, είναι προστασία για την κοινωνία.
Η κοινωνία ζητά δικαιοσύνη και σωστά την απαιτεί. Αλλά η δικαιοσύνη δεν εξαντλείται στο πρόστιμο. Η αποκατάσταση απέναντι στο κοινωνικό σύνολο και η βελτίωση του ίδιου του δράστη είναι εξίσου κομβικές.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο το τι συνέβη στη Νέα Μηχανιώνα. Είναι το τι θα ξανασυμβεί εάν η Πολιτεία συνεχίσει να αντιμετωπίζει τα βαθύτερα αίτια με επιφανειακές ποινές. Η υποχρεωτική ψυχοθεραπεία στους δράστες κακοποίησης δεν είναι πολυτέλεια, είναι ασπίδα προστασίας για όλους μας.
Η κοινωνία που θέλει να λέγεται πολιτισμένη οφείλει να φροντίζει όχι μόνο τα θύματα αλλά και να θεραπεύει τα αίτια που γεννούν τους θύτες.