Η εκδήλωση της εφημερίδας «δημοκρατία» για τα 15 χρόνια από την έκδοσή της έδωσε την ευκαιρία να εκδηλωθεί για πρώτη φορά δημοσίως μια υποβόσκουσα πολιτική σύγκλιση που μπορεί να αποτελέσει τον καταλύτη κυβερνητικής μεταβολής. Καραμανλής και Βενιζέλος συμμετείχαν στο ίδιο πάνελ, ενώ στο ακροατήριο βρίσκονταν ο Αντώνης Σαμαράς και ο Νίκος Δένδιας.
Είναι η τετράδα που θα μπορούσε να σταματήσει μια συνεχή υποχώρηση της Ελλάδας σε όλα τα επίπεδα.
Ο κ. Βενιζέλος με την ομιλία του, ουσιαστικά, έθεσε το θεωρητικό πλαίσιο της συνεργασίας: η χώρα έχει πρόβλημα κυβερνησιμότητας το οποίο για να ξεπερασθεί χρειάζονται υπερβάσεις, συναινέσεις και συγκλίσεις. Η σύγκλιση που είδαμε στην εκδήλωση βρίσκεται σε αυτήν την κατεύθυνση.
Με το αγροτικό ζήτημα η κυβέρνηση αντιμετωπίζει για πρώτη φορά τόσο έντονα και εσωκομματικό ζήτημα καθώς οι βουλευτές της από την επαρχία ανησυχούν όχι για τα αγροτικά προβλήματα αλλά για την επανεκλογή τους.
Αλλά και η καλά μελετημένη επικοινωνιακή της πολιτική δεν αποδίδει όταν η κοινωνία έχει περάσει τον Ρουβίκωνα.
Όσοι έχουν διαβάσει την «ψυχολογία των μαζών» του Gustave Le Bon γνωρίζουν καλά ότι . το πλήθος δεν κινείται από την ψυχρή λογική, αλλά από απλές εντυπώσεις που επαναλαμβάνονται μέχρι να μετατραπούν σε συλλογική αλήθεια.
Στην Ελλάδα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη οικοδόμησε μια ολόκληρη κυριαρχία επάνω σε σύγχρονες επικοινωνιακές τεχνικές που βασίζονται σε δύο παράξενες έννοιες. Spin και narrative, φιλοδοξώντας και επιτυγχάνοντας, εν πολλοίς, να χειραγωγήσει την κοινωνία. Αυτή η προσπάθεια έχει ένα αδύναμο σημείο: καταρρέει όταν η ζωή παύει να υπακούει στη σκηνοθεσία της. Κι αυτό ακριβώς συνέβη με την εξέγερση των αγροτών.
Για χρόνια η κυβέρνηση στηρίχθηκε στο «prestige» που περιγράφει ο Le Bon. Η εικόνα ενός πρωθυπουργού δήθεν «τεχνοκράτη», «αναγκαίου», «ευρωπαϊστή», λειτούργησε σαν ψυχικό φίλτρο: όλα τα γεγονότα περνούσαν μέσα από αυτή την αφήγηση. Σκάνδαλα υποκλοπών, καταρρεύσεις υποδομών, δημοκρατικές εκτροπές, πρωτοφανής συρρίκνωση της ελευθερίας του Τύπου — όλα αποδίδονταν σε «τοξικότητα της αντιπολίτευσης», «μεμονωμένα λάθη», «έκτακτα φαινόμενα» «δεν γνώριζα» κλπ. Η εξουσία δεν χρειάζεται να αρνηθεί το γεγονός· αρκεί να αλλάξει το πλαίσιο στο οποίο το βλέπεις. Αυτό είναι το spin.
Το narrative —η μεγάλη ιστορία που ενώνει όλα τα γεγονότα σε ένα αφήγημα— ήταν ακόμη πιο ισχυρό. Η κυβέρνηση έπαιξε συστηματικά με τον φόβο: «μικρή χώρα, δύσκολη γειτονιά», «αστάθεια γύρω μας», «μονόδρομος η σοβαρότητα», «αναντικατάστατος ο πρωθυπουργός». Όλα αυτά οικοδόμησαν μια κουλτούρα πολιτικής παθητικοποίησης. Η ιδέα ότι «μόνο αυτό το πολιτικό προσωπικό μπορεί να κρατήσει τη χώρα όρθια» μετατράπηκε σε ένα είδος συλλογικής αυθυποβολής. Και όταν μια κοινωνία αποδέχεται το αφήγημα του ηγέτη ως δεδομένο, η εξουσία μπορεί να λειτουργεί με όρους σχεδόν μεταφυσικούς: δεν κρίνεται για τα αποτελέσματα, αλλά για την εικόνα του προσώπου που τη φέρει.
Αυτό το μοντέλο έχει μια βασική προϋπόθεση: μια κοινωνία που βλέπει την πραγματικότητα αποκλειστικά μέσα από την οθόνη της. Εκείνο που πέτυχε ο Μητσοτάκης είναι να δημιουργήσει ένα κλίμα στην κοινωνία να προσπαθεί να τον μιμηθεί.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η χειραγώγηση λειτουργεί πάντα. Ο Le Bon προειδοποιεί ότι το πλήθος μπορεί να επιστρέψει σε κατάσταση δράσης όταν η υλική πραγματικότητα γίνει αβάσταχτη. Και η ελληνική ύπαιθρος έφτασε σε αυτή τη στιγμή. Η πρωτογενής παραγωγή βρίσκεται σε ιστορική ασφυξία, η υπερφορολόγηση έχει πνίξει τον αγροτικό κόσμο, οι επιδοτήσεις μειώνονται, το κόστος παραγωγής εκτοξεύεται και το κράτος εμφανίζεται μόνο για να μοιράσει δηλώσεις — όχι λύσεις. Η αγροτιά πεθαίνει, και μαζί της πεθαίνει ένα κομμάτι της χώρας που τροφοδοτεί οικονομικά και δημογραφικά την επαρχία. Όταν ένα ολόκληρο παραγωγικό στρώμα βρίσκεται σε οριακή απόγνωση, η κοινωνική έκρηξη δεν είναι απόκλιση· είναι η μόνη λογική εξέλιξη.
Εδώ ακριβώς σπάει η εξουσιαστική τεχνολογία του spin. Διότι το spin μπορεί να λειτουργήσει απέναντι σε πολίτες που παρακολουθούν, αλλά όχι απέναντι σε πολίτες που πεινούν. Μπορεί να αποδώσει όταν η πραγματικότητα είναι διαχειρίσιμη, αλλά όχι όταν γίνεται αμείλικτη. Η κυβερνητική γραμμή «με τη βία χάνεις το δίκιο σου» επιχειρεί να ηθικοποιήσει το πρόβλημα, να μετατρέψει τον αγρότη σε θύτη, να πει στο κοινό: «Μη βλέπεις τη δυστυχία του ανθρώπου, δες την οργή του». Αλλά αυτή η γραμμή προσβάλλει τη νοημοσύνη της κοινωνίας. Για δεκαετίες, η οργανωμένη, συστηματική και θεσμική βία ενός κράτους που διέλυσε την πρωτογενή παραγωγή θεωρήθηκε «κανονικότητα». Και τώρα θυμηθήκαμε να σοκαριστούμε επειδή οι άνθρωποι που φυτοζωούν χτυπούν την πόρτα της Δημοκρατίας;
Η υποκρισία εμφανής. Αυτοί που σιωπούσαν για την υποβάθμιση της υπαίθρου, για την ερήμωση, για τον αφανισμό των μικρών παραγωγών, τώρα εμφανίζονται ως υπερασπιστές της «τάξης». Παίζουν με τον ηθικό πανικό, όπως ακριβώς περιγράφει ο Le Bon: η εξουσία καθοδηγεί το πλήθος όχι με επιχειρήματα, αλλά με φοβικά αντανακλαστικά. Οι «kyriakistas» —τα τρόλ του Μητσοτάκη— αναπαράγουν το κυβερνητικό αφήγημα narrative, ότι οι αγρότες «υπερβάλλουν», «υποκινούνται», «δεν έχουν δίκιο γιατί καταφεύγουν σε ένταση».
Η αλήθεια είναι απλή — και επικίνδυνη για όσους επιχειρούν να ελέγξουν την κοινωνική συνείδηση: όταν ένα πλήθος βιώνει πραγματική αδικία, η προπαγάνδα δεν αρκεί για να το σταματήσει. Η βία των απελπισμένων δεν συγκρίνεται με τη βία των θεσμών που τους καταστρέφουν.
Η εξέγερση των αγροτών είναι το σημείο όπου η ψυχολογία των μαζών —όπως την περιγράφει ο Le Bon— παύει να αποτελεί εργαλείο της εξουσίας και γίνεται εργαλείο της κοινωνίας. Η οργή γίνεται πολιτική δύναμη. Το πλήθος παύει να είναι παθητικός δέκτης και μετατρέπεται σε φορέα ιστορικής πρωτοβουλίας. Και εκεί, η εξουσία μένει γυμνή: χωρίς την άνεση των τηλεοπτικών πάνελ που της προσφέρουν τεχνητή νομιμοποίηση.