Η Τουρκία είναι κληρονόμος της υψηλής στρατηγικής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία την κληρονόμησε από την Αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως. Μιλάμε για μια παράδοση περίπου 1.700 ετών. Αυτή η κληρονομία είναι μια παράδοση που σε ένα βαθμό επηρεάζει την τουρκική εξωτερική πολιτική, όταν αυτή ασκείται θεσμικά και δεν παρεμβαίνουν πρόσωπα, όπως ο Ταγίπ Ερντογάν.
Η Τουρκία είχε σχεδιάσει το μέλλον της πολεμικής της αεροπορίας με βάση το αμερικανικής κατασκευής πέμπτης γενιάς αεροσκάφος F-35, για τον λόγο αυτόν αποφάσισε να συμμετέχει ως συμπαραγωγός χώρα στο πρόγραμμα, με στόχο να παραλάβει 116+18 αεροσκάφη αυτού του τύπου. Εκτός αυτού, είχε καταφέρει να εντάξει στο πρόγραμμα αμερικανοτουρκικές εταιρείες του χώρου της αεροναυπηγικής, οι οποίες θα κέρδιζαν 12,5 δισεκατομμύρια δολάρια από το υποκατασκευαστικό έργο που θα αναλάμβαναν.
Ενώ το πρόγραμμα ήταν σε εξέλιξη και ενώ η Τουρκία είχε παραλάβει σε αμερικανικό έδαφος έξι αεροσκάφη F-35, για τα οποία είχε πληρώσει 1,4 δισεκατομμύρια δολάρια, συνέβησαν τα εξής:
Τις 16 Ιουλίου 2016 έγινε πραξικόπημα εναντίον του Ερντογάν, το οποίο απέτυχε για διάφορους λόγους, ένας από τους οποίους φημολογείται ότι είναι η έγκαιρη προειδοποίηση που είχε ο Τούρκος πρόεδρος από τον ομόλογό του Βλαντιμίρ Πούτιν.
Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την βεβαιότητα του Ερντογάν, ότι πίσω από το πραξικόπημα κρυβόταν ο Φετουλάχ Γκιουλέν, που ήταν φιλοξενούμενος και προστατευόμενος των ΗΠΑ, οδήγησε τον Τούρκο πρόεδρο σε κινήσεις αντεκδίκησης κατά των ΗΠΑ, που έγιναν ερήμην της τουρκικής διπλωματίας.
Τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους οι τουρκικές αρχές προχώρησαν στη σύλληψη του Αμερικανού πάστορα, Άντριου Μπράνσον, ο οποίος καταδικάστηκε για υποστήριξη της τρομοκρατίας (ΡΚΚ) και κατασκοπεία εις βάρος της Τουρκίας σε φυλάκιση τριών ετών.
Μετά, το 2017, ακολούθησε μια άλλη κίνηση, που καθόρισε κι αυτή σε μεγάλο βαθμό τις σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ. Η κίνηση αυτή ήταν η απόφαση του Ταγίπ Ερντογάν να προμηθευτεί το αντιαεροπορικό-αντιπυραυλικό σύστημα S-400 από τη Ρωσία. Την απόφαση αυτή την έλαβε μετά το πραξικόπημα και η σχετική συμφωνία υπεγράφη τον Σεπτέμβριο του 2017, με την οποία η Τουρκία θα παραλάμβανε το σύστημα έναντι 2,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Όταν οι ΗΠΑ πρώτα αντέδρασαν για το ζήτημα της σύλληψης και της φυλάκισης του Μπράνσον. Όταν ζήτησαν την αποφυλάκισή του, ο Ερντογάν είχε δηλώσει μεταξύ άλλων ότι όσο είναι αυτός ζωντανός, ο Μπράνσον δεν πρόκειται να αποφυλακιστεί πριν εκτίσει την ποινή του.
Ακολούθησαν δηλώσεις του Τραμπ, η σκληρότερη από τις οποίες ήταν το η ανάρτησή του σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, τον Αύγουστο του 2018, που έλεγε: «Ενώ η τουρκική λίρα, που είναι πολύ αδύναμη έναντι του πανίσχυρου δολαρίου μας, χάνει μα ταχύτητα την αξία της, ενέκρινα τον διπλασιασμό των δασμών στην εισαγωγή χάλυβα και αλουμινίου. Οι δασμοί στο αλουμίνιο είναι 20% και στον χάλυβα 50%. Οι σχέσεις μας με την Τουρκία το διάστημα αυτό δεν είναι καλές».
Το διάστημα εκείνο και συγκεκριμένα τους πρώτους οκτώ μήνες του 2018, η τουρκική λίρα έχασε το 80% της αξίας της και έκτοτε δεν μπόρεσε να ανακτήσει την θέση που είχε στις διεθνείς χρηματαγορές.
Η πτώση της τουρκικής λίρας και η προοπτική περεταίρω καταστροφής της τουρκικής οικονομίας είχε ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση του Μπράνσον, τον Οκτώβριο του 2018, ο οποίος έφυγε σαν… κύριος από το αεροδρόμιο της Σμύρνης με αεροσκάφος που έδωσε ο Τραμπ, ο οποίος, μάλιστα, τον δέχτηκε στον Λευκό Οίκο.
Μπορεί η κρίση του Μπράνσον να ξεπεράστηκε, έστω και με μεγάλες απώλειες για την τουρκική οικονομία αλλά και για την εικόνα του «ατρόμητου» Ερντογάν, όμως το πρόβλημα με τους S-400 συνέχισε να ταλανίζει τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Το πρώτο μέρος του ρωσικού αντιπυραυλικού συστήματος παρελήφθη τον Ιούλιο του 2019 και έκτοτε αρχίζει η… περιπέτεια των F-35 για την Τουρκία.
Οι κυρώσεις του νόμου CAATSA, στον οποίον οι ΗΠΑ ενέταξαν την Τουρκία, άρχισαν να ισχύουν τον Δεκέμβριο του 2020, ενώ οι λεπτομέρειες καθορίστηκαν τον Ιανουάριο του 2021.
Με βάση αυτές, η Τουρκία απομακρύνθηκε από το πρόγραμμα των F-35, τα έξι αεροσκάφη τα οποία «φορούσαν» ήδη τα χρώματα της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας παρέμειναν στις αποθήκες, οι Τούρκοι χειριστές που εκπαιδεύονταν εκδιώχθηκαν από τις ΗΠΑ και το 1,4 δισεκατομμύριο δολάρια δεν επεστράφη ποτέ στην Τουρκία.
Αυτός ο αποκλεισμός μετατράπηκε σε αμυντικό εμπάργκο κατά της Τουρκίας από σχεδόν ολόκληρη τη Δύση. Στη συνέχεια, αυτό το εμπάργκο μετριάστηκε με τρόπο που δεν ήταν πολύ χρήσιμος για την Τουρκία λόγω της ένταξης της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ και του πολέμου Ουκρανίας-Ρωσίας.
Στη συνέχεια η Τουρκία έλαβε την απόφαση: «Αφού δεν μας τα δίνετε, θα τα φτιάξουμε μόνοι μας». Ωστόσο, το έλλειμμα μαχητικών αεροσκαφών και αεράμυνας της Τουρκίας αυξήθηκε, ενώ η κατασκευή του τουρκικού αεροσκάφους πέμπτης γενιάς κόλλησε στους κινητήρες.
Το πρόγραμμα του εκσυγχρονισμού των F-16 σε Viper δεν προχωρά λόγω «υψηλού κόστους».
Η Τουρκία, για να καλύψει το κενό που έχει δημιουργηθεί στην πολεμική της αεροπορία, έκανε συμφωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο, το Κατάρ και το Ομάν για την αγορά αεροσκαφών Eurofighter. Δεδομένου ότι τα εγχώρια και τα υπάρχοντα πυρομαχικά δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε αυτά τα αεροσκάφη, διατέθηκαν 10 δισεκατομμύρια δολάρια για 44 μεταχειρισμένα αεροσκάφη, τα μισά από τα οποία θα προέρχονται από τον Κόλπο. Το συνολικό ποσό με τις απώλειες από τα F-35 αυξήθηκε στα 14 δισεκατομμύρια δολάρια.
Τα έξι F-35, για τα οποία η Άγκυρα, εκτός του ότι κατέβαλε 1,4 δισεκατομμύρια δολάρια, πληρώνει ακόμη και το κόστος συντήρησής τους, βρίσκονται στις ΗΠΑ.
Και μετά από όλα αυτά, τώρα η Τουρκία προσπαθεί να «ξεφορτωθεί» τους S-400, για τους οποίους έχει καταβάλει το ποσό των 2,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων, με την ελπίδα ότι θα ξεπεράσει το εμπόδιο του εβραϊκού λόμπι στις ΗΠΑ και θα ανοίξει και πάλι η πόρτα των F-35, χάνοντας όμως σοβαρό διπλωματικό κεφάλαιο που είχε επενδύσει στις σχέσεις της με τη Μόσχα.
Το θέμα των S-400 θα παραμείνει μια από τις πιο «ατυχείς» στιγμές της πολιτικής πορείας του Ερντογάν.