Με την ευκαιρία του εορτασμού των 100 χρόνων του ΑΠΘ, με πλημμύρισαν οι αναμνήσεις μου μιας ενδιάμεσης δεκαετίας του τότε και του σήμερα, που αφορούν σε καταστάσεις, συμπεριφορές και πρόσωπα εκείνης της μακρινής εποχής.
Η Σχολή Νομικών και Οικονομικών Επιστημών (ΝΟΕ), που δεν υπάρχει πια με αυτή την ονομασία, συγκέντρωνε σε μια Σχολή, ουσιαστικά δύο πτυχία: Νομικών και Οικονομικών Επιστημών. Τα οικονομικά, όμως, τότε, ήταν σαφώς υποδεέστερου ενδιαφέροντος. Όχι πια.
Η ΝΟΕ Θεσσαλονίκης, αναγνωριζόταν ως καλύτερη της αντίστοιχης των Αθηνών, παρότι είχε ελάχιστους καθηγητές, που να κατοικούν στη Θεσσαλονίκη. Οι περισσότεροι είχαν επικρατήσει με την επωνυμία των «ιπτάμενων». Ήταν από την Αθήνα, και προφανώς δεν ήθελαν να μετακομίσουν στη Θεσσαλονίκη. Έτσι, σχεδόν, κάθε εβδομάδα, πηγαινοέρχονταν με την τότε ΤΑΕ, χωρίς όμως να χάνουν μαθήματα. Είχαμε, λοιπόν, τον Ευσταθιάδη στις Διεθνείς Σχέσεις, που μας ενθουσίαζε με τη διαβεβαίωση, ότι ο κόσμος μας αποκτά ανθρωπιστικές βάσεις, χάρη στο Διεθνές Δίκαιο και στους Διεθνείς Οργανισμούς. Τον Μιχαηλίδη-Νουάρο, στο Οικογενειακό, τον Ζέπο στο Αστικό, τον Καραβά στο Εμπορικό, τον Δερτιλή στα Δημόσια Οικονομικά, τον Φραγκίστα στο Εκκλησιαστικό Δίκαιο, τον Δελιβάνη στη Θεωρητική και Εφαρμοσμένη Οικονομία, τον Φαρδή στο Συνταγματικό.
Το κτήριο, ένα και μοναδικό, παλιά στρατιωτικό Νοσοκομείο. Εκεί συνωστίζονταν οι πολύ λιγότερες Σχολές των σημερινών.
Οι καθηγητές είχαν μικροσκοπικά γραφεία με υποτυπώδη επίπλωση, αλλά όταν περνούσαν από τους διαδρόμους, οι φοιτητές κούμπωναν το σακάκι τους (γιατί φορούσαν όλοι κοστούμι), οι φοιτήτριες συμμάζευαν τα μαλλιά τους, και όλοι με κατεβασμένα μάτια και σε στάση προσοχή. Οι καθηγητές είχαν μια γενικότερη αναγνώριση στην κοινωνία και έχαιραν σεβασμού και υπόληψης. Ίσως γιατί ήταν πολύ λιγότεροι από σήμερα. Ίσως γιατί ο μεταπολεμικός κόσμος είχε ανάγκη από είδωλα. Αλλά και ίσως γιατί η όλη τους συμπεριφορά ενέπνεε αναγνώριση και θαυμασμό.
Στις αρχές εκείνης της δεκαετίας, που η χώρα συνερχόταν από τις καταστροφές του πολέμου, της άγριας κατοχής και του εμφυλίου, οι διασκεδάσεις των τότε φοιτητών ήταν, σε σχέση με τις σημερινές, εξαιρετικά περιορισμένες. Βόλτες στον περίγυρο του πανεπιστημιακού κτιρίου, στην Τσιμισκή και στην παραλία. Μια φορά την εβδομάδα σινεμά, πάρτι στα σπίτια όσων γιόρταζαν, με χορό από δίσκους, και αργότερα ένα γλυκό στο τότε νέο ζαχαροπλαστείο του Αργύρη, στην Τσιμισκή, που δεν υπάρχει πια.
Ωστόσο, εμείς οι τότε φοιτητές, είχαμε περίπου τη βεβαιότητα ότι «φτιάχνουμε τον κόσμο από την αρχή». Ότι από μας και από δικές μας ενέργειες και αποφάσεις θα κτιζόταν μια νέα ζωή, πάνω στα ερείπια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Καθώς δεν υπήρχαν τηλεόραση και κινητά, επιλέγαμε και ανταλλάσσαμε πλήθος φιλοσοφικών και φιλολογικών βιβλίων και περνούσαμε ώρες αναλύοντάς τα. Ο ενθουσιασμός μας σε ότι κάναμε, και κυρίως σε ότι σχεδιάζαμε, ήταν απερίγραπτος. Το 1952, τρεις φοιτητές της ΝΟΕ, ο Φαίδων Κοζύρης ο Κατσανός (που λίγο αργότερα σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα), εγώ, καθώς και ένας της Φιλοσοφικής, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, γεμίσαμε ασφυκτικά την αίθουσα του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου. Οι Θεσσαλονικείς ήρθαν να ακούσουν ανάλυση των ανησυχιών και προσδοκιών μας.
Στην τότε ΝΟΕ, τα κορίτσια είχαν άνετη είσοδο στις εισαγωγικές. Ωστόσο, στα πρώτα χρόνια αυτής της δεκαετίας, ακόμη και η σκέψη των τότε φοιτητριών να ακολουθήσουν πανεπιστημιακή καριέρα αντιμετωπιζόταν από τα αγόρια με ειρωνικά γέλια. Μια και μοναδική καθηγήτρια υπήρχε τότε σε ολόκληρο το ΑΠΘ, η Μαρκέτου, και το κατόρθωμά της εθεωρείτο εξωπραγματικό.
Μπορεί και να καταλήγω σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Αλλά, πιστεύω ότι σε σύγκριση με τους σημερινούς φοιτητές, εμείς τότε, με απείρως λιγότερα μέσα, είχαμε ωστόσο μια πολύ πιο ουσιαστική ζωή. Αλλά, είχαμε και πολύ περισσότερες αυταπάτες. Και ναι, τελικά φτιάξαμε αυτό τον νέο κόσμο, που για μερικές δεκαετίες περπάτησε προς περίπου σωστές κατευθύνσεις. Δεν υπάρχει πια.