Του Αχιλλέα Ζαπράνη
καθηγητή Χρηματοοικονομικής & Νευρωνικών Συστημάτων, πρώην πρύτανη ΠΑΜΑΚ
Ο πόλεμος στο Ιράν δείχνει ήδη πόσο εύθραυστη είναι η παγκόσμια οικονομία όταν η γεωπολιτική ακουμπά την ενέργεια και τις θαλάσσιες μεταφορές. Οι πρόσφατες επιθέσεις σε εμπορικά πλοία στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ υπενθύμισαν ότι μια περιφερειακή σύγκρουση μπορεί μέσα σε λίγες ημέρες να αποκτήσει παγκόσμιες οικονομικές συνέπειες. Από το στενό αυτό πέρασμα διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και σημαντικό μέρος των φορτίων υγροποιημένου φυσικού αερίου. Όταν η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας τίθεται υπό αμφισβήτηση, αυξάνονται αμέσως τα ασφάλιστρα κινδύνου, τα ναύλα και τελικά οι τιμές της ενέργειας.
Το κρίσιμο οικονομικό ερώτημα δεν είναι αν η Τεχεράνη μπορεί να αντέξει επ’ αόριστον. Δεν μπορεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι η διάρκεια της κρίσης. Μια σύντομη ένταση θα είχε σχετικά περιορισμένες συνέπειες. Αν όμως οι επιθέσεις στη ναυσιπλοΐα συνεχιστούν για εβδομάδες ή μήνες, τότε η παγκόσμια αγορά ενέργειας θα δεχθεί σοβαρή πίεση. Η εμπειρία των προηγούμενων δεκαετιών δείχνει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις οι τιμές του πετρελαίου μπορούν να κινηθούν σημαντικά υψηλότερα και να μεταφέρουν ένα νέο κύμα πληθωρισμού στις οικονομίες της Ευρώπης.
Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει πρωτίστως ακριβότερα καύσιμα και μεταφορές. Το ενεργειακό κόστος αποτελεί βασικό στοιχείο του πληθωρισμού και επηρεάζει ολόκληρη την οικονομική αλυσίδα. Από τη βιομηχανική παραγωγή μέχρι το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων και τις τιμές των τροφίμων, η αύξηση της ενέργειας μεταδίδεται γρήγορα σε κάθε τομέα. Παράλληλα επηρεάζονται και οι διεθνείς μεταφορές, καθώς τα πλοία είτε πληρώνουν υψηλότερα ασφάλιστρα είτε αναγκάζονται να αλλάζουν διαδρομές, γεγονός που αυξάνει τον χρόνο και το κόστος μεταφοράς εμπορευμάτων.
Η Βόρεια Ελλάδα έχει ορισμένες ιδιαίτερες ευαισθησίες σε μια τέτοια εξέλιξη. Πρώτον, η περιοχή αποτελεί σημαντικό ενεργειακό και μεταφορικό κόμβο. Το λιμάνι της Θεσσαλονίκης λειτουργεί ως βασική πύλη για τα Βαλκάνια και την ευρύτερη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Όταν αυξάνεται το κόστος της διεθνούς ναυτιλίας και της ενέργειας, οι επιπτώσεις μεταφέρονται γρήγορα στο εμπόριο και στην εφοδιαστική αλυσίδα που περνά από την πόλη.
Δεύτερον, η οικονομία της Κεντρικής Μακεδονίας διαθέτει ισχυρή αγροτική και μεταποιητική δραστηριότητα. Η αύξηση της τιμής της ενέργειας επηρεάζει άμεσα το κόστος παραγωγής, αλλά και τις τιμές βασικών εισροών όπως τα λιπάσματα. Αυτό μεταφέρεται τελικά στις τιμές των τροφίμων, δημιουργώντας επιπλέον πληθωριστικές πιέσεις για τα νοικοκυριά.
Τρίτον, η περιοχή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό. Η διεθνής αβεβαιότητα και η αύξηση του κόστους μετακίνησης μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των ταξιδιωτών, ιδιαίτερα από τις ευρωπαϊκές αγορές. Όταν το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών πιέζεται από την ενέργεια και τον πληθωρισμό, οι δαπάνες για ταξίδια και διακοπές συχνά περιορίζονται.
Μια παρατεταμένη κρίση στον Περσικό Κόλπο λοιπόν δεν θα παραμείνει ένα μακρινό γεωπολιτικό γεγονός. Θα περάσει γρήγορα στις τιμές των καυσίμων, στο κόστος παραγωγής, στις μεταφορές και τελικά στην καθημερινότητα των πολιτών. Για μια οικονομία όπως της Βόρειας Ελλάδας, που συνδέεται στενά με το εμπόριο, τη μεταποίηση τροφίμων και τον τουρισμό, οι εξελίξεις αυτές δεν είναι μια μακρινή είδηση. Είναι ένας παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει άμεσα την οικονομική δραστηριότητα της περιοχής τους επόμενους μήνες.