Είχα τη χαρά να γνωρίσω σχεδόν από πρώτο χέρι τον Αντώνη Δούδο, που έφυγε από τη ζωή πριν λίγες μέρες. Ήταν αρκετά μεγαλύτερός μου στα χρόνια και υπό άλλες συνθήκες λογικά δεν θα είχαμε επαφές, μα τύχαινε να είναι αδερφικός φίλος του πατέρα μου. Από τα εφηβικά μου χρόνια, έστω κι αν δεν τον έβλεπα κάθε μέρα, σχεδόν καθημερινά μάθαινα τα «νέα» του.
Τα νέα αυτά σχεδόν πάντα είχαν να κάνουν με τον «εντιμότατο φίλο» του (και του πατέρα μου) Γιάννη Κυριακίδη, τον αείμνηστο φωτορεπόρτερ. Οι πλάκες μαζί του, με κύριο εκφραστή τους το δίπολο Δούδου – Γουσίδη, ήταν παροιμιώδεις και έχουν χαραχτεί στη μνήμη όλης της παρέας τους και όλων όσων έτυχε να γίνουν αυτόπτες ή αυτήκοες μάρτυρές τους, όπως ήμουν εγώ.
Η παρέα τους είχε στα μάτια μου κάτι το… εξωπραγματικό. Άνθρωποι διαφορετικοί ως χαρακτήρες, από διαφωτιστικό κοινωνικό υπόστρωμα, με διαφορετικές παραστάσεις και επαγγελματικές ενασχολήσεις, με διαφορετικές πολιτικές ή και… οπαδικές προτιμήσεις. Μα είχαν όλοι ως κοινό παρανομαστή την εργατικότητα, την εντιμότητα, την αγάπη για δικαιοσύνη (και με την αφηρημένη έννοια, αλλά κυρίως την κοινωνική), την περιφρόνηση της προβολής, της επίδειξης και της έπαρσης και γενικώς μια ειλικρινή και διόλου επιτηδευμένη ταπεινοφροσύνη απέναντι στο «δώρο» της ζωής. Ήταν κάτι που το συναντώ πολύ σπάνια σε άτομα της δικής μου γενιάς.
Ήταν, όντως, μια… άλλη γενιά, που μετά από όσα τράβηξε (σε συλλογικό επίπεδο) στα νιάτα της, από ένα σημείο και μετά είχε κάθε «δικαίωμα», χωρίς να λησμονεί το παρελθόν, να αισιοδοξεί για το μέλλον, να χαίρεται την κάθε στιγμή του «τώρα» και να σπάει πλάκες με το κάθε τι.
Πέρα από τις πλάκες του όμως, ο Αντώνης ήταν ένας ξεχωριστός άνθρωπος με αρχές και ήθος, για τον οποίο κανείς από όσους τον γνώρισαν δεν μπορώ να φανταστώ πως έχει να πει λόγο κακό – και μάρτυράς μου η κοινωνική του προσφορά και το φιλανθρωπικό του έργο. Δεν μιλούσε ποτέ για αυτό δημοσίως, για αυτό και δεν έχω κανένα δικαίωμα να κάνω έστω και μια περιληπτική αναφορά. Απλά το καταθέτω.
Καλό σου ταξίδι, λοιπόν, Αντώνη. Μαζί σου έφυγε το ίσως τελευταίο κομμάτι του παζλ που συνέθετε την εικόνα της παλιάς Θεσσαλονίκης, που ίσως και να ήταν αντιπροσωπευτική για όλη την Ελλάδα. Μια εικόνα που σβήνει από τη συλλογική μνήμη, καθώς χάνεται στην ομίχλη του πανδαμάτορα χρόνου. Ας ελπίσουμε, όμως, να ζήσουν στο μέλλον γενιές με τρόπο παρόμοιο, εφόσον όντως μπορούν να ατενίζουν το μέλλον με αισιοδοξία!