Στις αρχές του 1992, φοιτητής στη Γερμανία, είχα βρεθεί στο Λέβερκουζεν, όπου η ομώνυμη ομάδα αντιμετώπιζε τον Άρη στο πλαίσιο του τότε Κυπέλλου Πρωταθλητριών του μπάσκετ. Ο αγώνας ήταν αδιάφορος, ποτέ όμως δεν θα ξεχάσω το πανό σε μια γωνιά της κιτρινόμαυρης εξέδρας, αποτελούμενης κυρίως από Έλληνες του εξωτερικού: «Αρειανάρα, ο ΠΑΟΚ μαζί σου», έγραφε.
Το 1996, σε ένα ασφυκτικά γεμάτο ελληνικό καφέ στο Ρίσελσχαϊμ, κοντά στη Φρανκφούρτη, έγινα μάρτυρας της ζέσης, με την οποία υποστήριξαν ομογενείς όλων των οπαδικών αποχρώσεων την προσπάθεια του Παναθηναϊκού κόντρα στον τεράστιο Άγιαξ στα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών στο ποδόσφαιρο.
Στην Ελλάδα, το τυφλό οπαδικό μίσος είχε τα χρόνια εκείνα ήδη δηλητηριάσει τις καρδιές μεγάλης μερίδας των φιλάθλων, έστω και αν δεν έφτανε στα σημερινά δυσθεώρητα ύψη. Αλλά στο εξωτερικό, οι ομογενείς εστίαζαν στα κοινά που τους ένωναν, με βασικότερο την ελληνικότητα των συλλόγων τους. Όλοι μαζί φώναζαν και αγωνιούσαν για κάθε ομάδα «από την πατρίδα» που αγωνιζόταν στην Ευρώπη, χαίρονταν για τη νίκη της ή τα έβαφαν μαύρα όταν έχανε…
Αυτές οι εικόνες μου ήρθαν κατά νου στον απόηχο της σοκαριστικής τραγωδίας στη Ρουμανία με τους επτά νεκρούς οπαδούς του ΠΑΟΚ. Κι αυτό γιατί με εξέπληξε η στάση που τήρησαν, όχι οι ΠΑΕ των συλλόγων (που σε τέτοιες περιπτώσεις ξεχνούν για κάποιες ώρες τις συνήθως αγεφύρωτες διαφορές τους), αλλά οι οπαδοί.
Με ελάχιστες εξαιρέσεις κουφιοκέφαλων που δεν δίστασαν να λοιδορήσουν τους σκοτωμένους ενώ το αίμα στην άσφαλτο δεν είχε καλά-καλά στεγνώσει -μα τι ψυχή κουβαλάνε αυτά τα ανθρωπάκια, γιατί από μυαλό δεν αναρωτιέμαι καθόλου!- οι φίλαθλοι όλων των ομάδων δήλωναν στα social media τον πόνο, τη θλίψη, την αλληλεγγύη και τη συμπαράστασή τους στους συγγενείς των αδικοχαμένων και στην πληγωμένη οικογένεια του Δικεφάλου. Και εισέπρατταν από τους «αντιπάλους» τους αγάπη, αποδοχή και σεβασμό. Κοντολογίς: η ευγενής άμιλλα του αθλητισμού σε όλο της το μεγαλείο.
Το εύρος της σύμπνοιας ήταν καθολικό, και για μια στιγμή σκέφτηκα αν θα ήταν εφικτό να σταθεί αυτή η τραγωδία η αιτία να γίνουμε ξανά στα γήπεδα, όπως παλιά, όλοι μαζί κι ανεξαρτήτως χρώματος φανέλας, μια παρέα. Μετά όμως αναλογίστηκα ότι τα θαύματα συνήθως διαρκούν τρεις μέρες. Και πολύ φοβάμαι ότι πολύ σύντομα πάλι θα αλληλοβριζόμαστε στις κερκίδες και θα «σκοτωνόμαστε»…
ΥΓ 1: Ίσως κάτι να γίνει αν καταφέρουμε να απομονώσουμε τα θλιβερά ανθρωπάρια που χάρηκαν για τους θανάτους και όλους όσους έχουν τα ίδια «μυαλά». Όχι για το καλό της ομάδας μας, αλλά για το καλό της κοινωνίας στην οποία ζούμε…
ΥΓ 2: Είμαι Αρειανός! Αλλά, μια στιγμή! Γιατί πρέπει, πλέον, να δηλώνουμε τα… φρονήματά μας για να «δικαιούμαστε» να λέμε τα αυτονόητα χωρίς να παρεξηγηθούμε;
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»