Παλιά, διαβάζαμε ένα βιβλίο και αισθανόμασταν ότι τα μάθαμε όλα και οι άλλοι δεν γνωρίζουν τίποτε. Τώρα με το διαδίκτυο αισθανόμαστε ότι δεν ξέρουμε τίποτε και οι άλλοι πρόλαβαν και τα έμαθαν όλα. Ακόμη και τον ΕΝΦΙΑ μας.
Τον παλιό καλό καιρό όταν το ντοβλέτι (devlet = κράτος) αποφάσιζε ότι του χρωστούσαμε ένφια, μας ενημέρωνε επισήμως με φερμάνι, σαν να ήμασταν μπέηδες την εποχή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Ερχόταν ο απεσταλμένος του σουλτάνου, ντυμένος ταχυδρόμος, και παρέδιδε έναν φάκελο. Τον ανοίγαμε, παθαίναμε μπαϊλντί (bayildi = λιποθυμία) και οι οικείοι μας έτρεχαν να κρύψουν το φερμάνι πίσω από τη φρουτιέρα που κοσμούσε την οροφή του ψυγείου, για να μην το βλέπουμε και πάθουμε πάλι μπαϊλντί.
Ανεξάρτητα από τις λιποθυμίες μας, το ντοβλέτι μας τιμούσε δεόντως. Δεν έκανε απλώς έναν λογαριασμό πόσα του χρωστούσαμε, αλλά και τον τύπωνε σε ειδικό έντυπο, το σφράγιζε, το τοποθετούσε προσεκτικά σε φάκελο, σάλιωνε τις άκρες του φακέλου για να τον κλείσει ερμητικά, ώστε να μη μάθει η γειτονιά πόσο φόρο θα πληρώναμε (θαρρείς και υπάρχει Έλλην ικανός να κρατήσει μυστικό).
Και ύστερα ο αρμόδιος υπάλληλος έφτυνε το γραμματόσημο για να το κολλήσει στον φάκελο, ο κλητήρας τον πήγαινε σιγά-σιγά στο ταχυδρομείο, τον έπαιρναν οι ταξινόμοι της αλληλογραφίας, τον το σφραγίζανε με στρογγυλή σφραγίδα, τον έβαζαν στη λανθασμένη θυρίδα, και τη μοιραία ημέρα που έβρισκαν τη σωστή διεύθυνση, ο ταχυδρόμος χτυπούσε το κουδούνι. Έστω και με μερικές ημέρες καθυστέρηση. Κι έβγαινε όλη η γειτονιά στις εξώθυρες, θρηνώντας ως χορός της Επιδαύρου σε σύγχρονη διασκευή αρχαίας τραγωδίας, «ωι-με-α-δε-λφι-α-μας-έ-φε-ραν- τον-ΕΝ-ΦΙ-ΑΑΑ».
Τώρα απλώς διαβάζεις στην εφημερίδα (όσοι ακόμη θυμούνται ανάγνωση, διότι οι νεότεροι δεν κατανοούν κείμενο μεγαλύτερο των πενήντα λέξεων) ή ακούς στην τηλεόραση (διότι οι ηλικιωμένοι αν ακούνε δεν βλέπουν και αν βλέπουν δεν ακούνε) ότι ο ΕΝΦΙΑ «αναρτήθηκε» (θαρρείς και τον καρφώσανε στον τοίχο του σαλονιού) και ότι από εκείνη τη στιγμή τον χρωστάς. Αλλά δεν σου λένε πόσο. Δεν αρκεί να τον πληρώσεις, οφείλεις να τον αναζητήσεις στο έρεβος του διαδικτύου.
Κανείς υπάλληλος δεν θα φτύσει γραμματόσημο, κανένας κλητήρας δεν θα σαλιώσει φάκελο και κανένας ταχυδρόμος δεν θα μας ξυπνήσει σε ώρα κοινής ησυχίας. Κύριε Πιερακάκη μας, εσύ που μας άφησες και πήγες στην ξενιτειά για να προεδρεύεις στους αλλόγλωσσους, πώς θα ζήσουμε χωρίς τιμές και δόξες από το ντοβλέτι μας;
ΥΓ1: Προς ΕΡΤ κ.λπ. τηλοψίες: Η έκφραση του προέδρου Τραμπ «some countries are not ‘’enthusiastic” about Hormuz help» δεν μεταφράζεται «δεν είναι ενθουσιώδεις για βοήθεια», αλλά «είναι απρόθυμες να βοηθήσουν». Τουλάχιστον στα ελληνικά.
ΥΤ2: Μη φοβάσαι, πρόεδρε, αν σε εγκαταλείψουν όλοι, εγώ έχω ένα τιρμπουσόν.