Μια συγκρατημένα ευχάριστη είδηση μας ήρθε λίγο πριν από το Πάσχα από τη Μέση Ανατολή: η προσωρινή κατάπαυση του πυρός ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν, έστω με όρους, ασάφειες και ανοιχτά μέτωπα γύρω από τον Λίβανο, το Στενό του Ορμούζ, τις κυρώσεις και το πυρηνικό πρόγραμμα, αφήνει ένα μικρό παράθυρο αποκλιμάκωσης σε μια περιοχή που φλέγεται.
Η συγκυρία αυτή μάς καλεί να ξανασκεφθούμε όχι μόνο το παρόν της περιοχής, αλλά και το βαθύ ιστορικό της υπόστρωμα: τον τόπο όπου συναντήθηκαν ο Ελληνισμός, η ιουδαϊκή παράδοση και, αργότερα, ο Χριστιανισμός.
Η ελληνική παρουσία στη Μέση Ανατολή δεν υπήρξε, απλώς, πορεία κατακτήσεων. Υπήρξε μακρά ιστορική διαδρομή γλώσσας, παιδείας, πόλεων, εμπορίου και πνεύματος. Μετά τον Αλέξανδρο, ο ελληνικός κόσμος απλώθηκε από την Αίγυπτο έως τον Ευφράτη και η ελληνική έγινε η γλώσσα της οικουμένης. Ο Ελληνισμός δεν ορίζεται φυλετικά, αλλά ως κοινότητα γλώσσας, παιδείας και τρόπου. Η δύναμή του βρισκόταν ακριβώς σε αυτή την οικουμενική του ικανότητα: να απορροφά, να μετασχηματίζει και να συνθέτει.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ιδωθεί και η σχέση του Ελληνισμού με τον ιουδαϊκό κόσμο, που μας ενδιαφέρει και σήμερα. Δεν υπήρξε μια μονοσήμαντη αντιπαράθεση «Ελλήνων και Εβραίων». Η ισχυρότερη πλευρά αυτής της σχέσης δεν ήταν η καταστολή, αλλά ο εξελληνισμός του ιουδαϊκού κόσμου, ο οποίος προηγήθηκε των συγκρούσεων και συνεχίσθηκε και μετά από αυτές. Ήδη από τον 3ο αιώνα π.Χ. μεγάλες εβραϊκές κοινότητες ζούσαν όχι μόνο στην Ιουδαία, αλλά και στην Αλεξάνδρεια και αλλού, στο κέντρο δηλαδή του ελληνιστικού κόσμου. Η Ανατολή μιλούσε ελληνικά· και η ελληνική δεν ήταν απλώς ένα διεθνές εργαλείο συνεννόησης, αλλά φορέας ενός πολιτισμικού τρόπου. Όπως παρατηρεί ο Λιβάνιος, η ελληνική δεν σε βοηθούσε απλώς να επικοινωνήσεις με τον άλλον· σε έφερνε μέσα στον ελληνικό τρόπο, σε έκανε μέτοχο ενός κοινού κόσμου.
Γόνιμη συμβίωση
Η μεγάλη ένταση στην Ιουδαία του 2ου αιώνα π.Χ. δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από αυτό το περιβάλλον. Στην Ιερουσαλήμ υπήρχαν ισχυρές τάσεις, που έβλεπαν θετικά τη σύνδεση με τον ελληνιστικό κόσμο. Ο αρχιερατικός παράγοντας Ιάσων, επιλέγοντας ο ίδιος ελληνικό όνομα, ίδρυσε γυμνάσιο και εφηβείο, επιδιώκοντας να φέρει τον λαό του εγγύτερα στο ελληνιστικό περιβάλλον. Αυτό δείχνει ότι η σύγκρουση περνούσε μέσα από την ίδια την ιουδαϊκή κοινωνία. Η ρήξη που ακολούθησε με τον Αντίοχο Δ΄ δεν πρέπει να εκληφθεί απλώς ως πολιτισμικός πόλεμος Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού. Ο Αντίοχος είχε πρωτεύουσα δίπλα στην Ιουδαία και οι λόγοι της επέμβασής του ήταν πρωτίστως πολιτικοί: αφορούσαν τον έλεγχο μιας ευαίσθητης περιοχής. Η μεταγενέστερη ανάγνωση αυτής της σύγκρουσης αξιοποιήθηκε ιστορικά και για να σφυρηλατήσει τη συνοχή των Εβραίων.
Ακόμη όμως και μετά την εξέγερση των Μακκαβαίων, η απόρριψη του Ελληνισμού δεν υπήρξε ποτέ πλήρης. Το κράτος των Ασμοναίων λειτούργησε με πολλούς ελληνιστικούς όρους: οι ηγεμόνες του υιοθέτησαν τίτλους της εποχής, τα νομίσματά τους έφεραν πολλαπλές γλώσσες και η ιστορία των αγώνων τους διαδόθηκε στα ελληνικά. Η σχέση, λοιπόν, δεν κατέληξε σε απόλυτο χωρισμό, αλλά σε μια παράδοξη και ιστορικά γόνιμη συμβίωση. Αν θέλουμε να το πούμε πιο καθαρά: οι Εβραίοι εισήλθαν στον ευρύτερο πολιτισμικό ορίζοντα της εποχής δια του Ελληνισμού.
Η ελληνική γλώσσα
Από αυτή τη μακρά συνάντηση γεννήθηκε αργότερα και ο Χριστιανισμός, που αποτελεί το κατεξοχήν σημείο συνεύρεσης Ελληνισμού και ιουδαϊκής παράδοσης. Ο Χριστιανισμός ξεκίνησε από τον εβραϊκό κόσμο, από τη βιβλική πίστη, την προφητική εμπειρία και τη μεσσιανική προσδοκία. Όμως έγινε οικουμενική θρησκεία μέσα από την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό κόσμο. Το σύνολο σχεδόν της διδασκαλίας των Αποστόλων αναπτύχθηκε σε ελληνικές πόλεις και διατυπώθηκε ελληνικά. Η Καινή Διαθήκη γράφτηκε στα ελληνικά. Το ευαγγελικό μήνυμα διαδόθηκε όχι απλώς μέσω της ελληνικής, αλλά μέσα στο ελληνικό κλίμα της εποχής.
Αυτό ισχύει και για τον ίδιο τον πυρήνα του χριστιανικού ήθους. Η εντολή του Χριστού «αγαπάτε αλλήλους» συνομιλεί με τον ελληνικό κόσμο και τον υπερβαίνει, όπως η χριστιανική αγάπη συνομιλεί με τη μεγάλη ελληνική επεξεργασία της φιλίας, από τον Αριστοτέλη έως την ύστερη αρχαιότητα. Ο Χριστιανισμός δεν μπήκε στον Ελληνισμό ως ξένο σώμα, αλλά ως νέα ιστορική του μορφή.
Γι’ αυτό και η σχέση Ελληνισμού και Χριστιανισμού πρέπει να περιγράφεται με μεγαλύτερη ακρίβεια. Είναι υπεραπλούστευση να λέγεται ότι για αιώνες το όνομα «Έλλην» σήμαινε μόνο τον μη χριστιανό. Στις πηγές, το όνομα διατήρησε και την εθνοτική και πολιτισμική του σημασία, όπως και το «Γραικός». Οι ελληνόφωνοι χριστιανοί της Ανατολής αυτοπροσδιορίστηκαν βεβαίως και ως Ρωμαίοι, δηλαδή Ρωμιοί, αλλά αυτό δεν σήμαινε εγκατάλειψη της ελληνικής συνείδησης. Ο ρωμαίικος κόσμος δεν ήταν άρνηση του Ελληνισμού· ήταν η χριστιανική και πολιτειακή του μετεξέλιξη.
Σήμερα, μέσα στις φλόγες της Μέσης Ανατολής, οι παλιές αυτές ιστορικές συντεταγμένες αποκτούν και πάλι σημασία. Κάθε σχέδιο που ιεροποιεί αποκλειστικά το έδαφος, μετατρέπει την πίστη σε γεωπολιτικό εργαλείο και τον άλλον σε εμπόδιο, βρίσκεται σε ένταση με το οικουμενικό πνεύμα του Ελληνισμού. Αν κάτι διδάσκει η μακρά ιστορία της περιοχής, είναι ότι οι μεγάλοι πολιτισμοί δεν μεγαλουργούν με την καθαρότητα, αλλά με τη σύνθεση. Εκεί ακριβώς μεγαλούργησε ο Ελληνισμός: στη δύναμη να μετασχηματίζει και να μετασχηματίζεται. Και ίσως εκεί βρίσκεται ακόμη και σήμερα η μόνη ουσιαστική ελπίδα για τη Μέση Ανατολή. Από την οποία, δυστυχώς, η Ελλάδα απουσιάζει ή ακολουθεί μονοδιάστατη πολιτική. Τα παλιά μεγαλεία είναι, δυστυχώς, παρελθόν. Το νεοελληνικό κράτος δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στον ιστορικό ρόλο του Ελληνισμού.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»