Η γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εξυφάνθηκε από τους Νεοτούρκους εδώ στην Θεσσαλονίκη, που ήταν και το «ορμητήριό» τους για την κατάληψη της εξουσίας από τον Αβδούλ Χαμίτ τον Δεύτερο.
Τα σχέδια για την εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών ολοκληρώθηκαν στις εργασίες του 3ου Συνεδρίου των Νεοτούρκων, το οποία διεξήχθη τον Οκτώβριο του 1911. Τότε οι Νεότουρκοι, που γνώριζαν τις αδυναμίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διέβλεψαν την απώλεια των οθωμανικών κτίσεων στην Βαλκανική Χερσόνησο, κάτι που έγινε το 1912 και το 1913, κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Με βάση την εκτίμηση ότι θα χαθούν οι βαλκανικές κτήσεις, οι Νεότουρκοι σχεδίασαν την δημιουργία ενός «καθαρού» τουρκομουσουλμανικού κράτους στα εδάφη της Ανατολίας. Με βάση αυτήν την στόχευση, σχεδίασαν την εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολίας.
Στο συνέδριο του 1911 αποφασίστηκαν σκληρά μέτρα που είχαν τους εξής στόχους:
-Εκτουρκισμός ολόκληρης της Ανατολίας, που επιτυγχάνονταν μέσω του βίαιου εξισλαμισμού
-Οικονομική εξόντωση των χριστιανών επιχειρηματιών, απαγορεύοντας στους μουσουλμάνους να συναλλάσσονται με χριστιανούς και απαγορεύοντας στους χριστιανούς να γίνονται κάτοχοι ακινήτων
-Δημογραφική αλλοίωση χριστιανικών πόλεων και κοινοτήτων, με υποχρεωτική εγκατάσταση μουσουλμανικών πληθυσμών, με το σύνθημα «Η Τουρκία ανήκει στους Τούρκους».
Όταν οι Νεότουρκοι πήραν την εξουσία, με την φονική τριάδα των Ενβέρ-Ταλαάτ-Τζεμάλ, και μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, άρχισε η εξειδίκευση και η εφαρμογή των αποφάσεων του 3ου Συνεδρίου, εναντίον των Ελλήνων της Θράκης, που άρχισαν ατα τέλη του 1913 και κορυφώθηκαν το «Μαύρο Πάσχα» του 1914. Τότε ξεκίνησε το οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης, με διωγμούς, λεηλασίες και δολοφονίες που ανάγκασαν δεκάδες χιλιάδες να εγκαταλείψουν τις εστίες τους.
Η Τουρκία μπήκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο τον Οκτώβριο του 1914, στο πλευρό της Γερμανίας και των Κεντρικών Δυνάμεων. Τότε, που διεθνής κοινότητα ήταν απασχολημένη με τον «Μεγάλο Πόλεμο», βρήκαν την ευκαιρία οι Νεότουρκοι να εξοντώσουν τους Αρμενίους της Ανατολίας.
Ενώ είχαν προηγηθεί οι εκκαθαρίσεις των Αρμενίων από τον οθωμανικό στρατό, τη νύχτα της 24ης προς την 25η Απριλίου, με ένα καλά μελετημένο σχέδιο, οι οθωμανικές αρχές συνέλαβαν στην Κωνσταντινούπολη περίπου 500 Αρμένιους διανοούμενους, πολιτικούς, θρησκευτικούς ηγέτες και προσωπικότητες της κοινότητας. Δηλαδή, ξεκίνησαν με την εξόντωση της ηγεσίας των Αρμενίων, για να ακολουθήσει ο συστηματικός διωγμός και η γενοκτονία 1,5 εκατομμυρίων ανθρώπων, με τις πιο βάρβαρες μεθόδους, που δοκιμάστηκαν για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία.
Αφού εξόντωσαν την ηγεσία, ακολούθησαν μαζικές σφαγές και οι πορείες θανάτου προς την έρημο της Συρίας και την Ντερ εζ Ζορ, όπου τα οστά των νεκρών Αρμενίων σχημάτιζαν επί χρόνια μακάβριες πυραμίδες.
Οι σφαγές, οι λεηλασίες, οι βιασμοί, πέρα από εκείνους που έχασαν τη ζωή τους, είχαν θύματα και πολλές δεκάδες χιλιάδες παιδιά που έμειναν ορφανά, το δράμα των οποίων συνεχίστηκε, ειδικά σε εκείνα τα ορφανά που υιοθετήθηκαν από μουσουλμανικές οικογένειες. Ανάμεσα σε αυτά ήταν η Σαμπιχά Γκιοκτσέν, θετή κόρη του Μουσταφά Κεμάλ, η οποία αρνήθηκε την καταγωγή της και έγινε σύμβολο των Τούρκων εθνικιστών, καθότι ήταν η πρώτη γυναίκα πιλότος και μάλιστα της πολεμικής αεροπορίας. Μάλιστα, συμμετείχε και βομβάρδισε με χημικά, γερμανικής κατασκευής, τους Κούρδους Αλεβίτες, στο Ντερσίμ, το 1937-38. Προς «τιμήν» της δόθηκε το όνομά της στο αεροδρόμιο που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ εξ αιτίας της αποκάλυψης ότι ήταν Αρμενοπούλα από την εφημερίδα «Άγος» της Κωνσταντινούπολης, ο εκδότης της, Χραν Ντινκ δολοφονήθηκε από το τουρκικό βαθύ κράτος, τον Ιανουάριο του 2007.
Το 1921, η τουρκική εθνοσυνέλευση, για να επισκιάσει την μαύρη επέτειο της έναρξης της γενοκτονίας των Αρμενίων, κήρυξε την 23 Απριλίου ως εθνική ημέρα εορτασμού της τουρκικής νεολαίας.
Σε εκδήλωση που διοργάνωσε το 2015 η Νομαρχιακή Επιτροπή Τσανάκκαλε του κουρδικού Κόμματος της Δημοκρατίας των Λαών (HDP), με αφορμήν την επέτειο των εκατό χρόνων από την έναρξη της γενοκτονίας ιστορικός Ayse Hür αναφέρει ότι το κράτος προσπάθησε με κάθε τρόπο να αποτρέψει τη μνήμη της γενοκτονίας. Ένας από αυτούς ήταν η εθνική εορτή της 23ης Απριλίου. Είπε συγκεκριμένα: «Σε όλη την ιστορία, όλες οι δυνάμεις και τα κράτη έχουν αρνηθεί γεγονότα που θα τις έβλαπταν. Δεν είχαν το θάρρος να τα αντιμετωπίσουν».
Θεωρώντας ότι η Τουρκία προσπάθησε με κάθε τρόπο να αρνηθεί τη Γενοκτονία των Αρμενίων, ο Ayse Hür τόνισε ότι το σημείο εκκίνησης των εθνικών ιστοριών και εορτών είναι η διαγραφή ιστορικών γεγονότων και γεγονότων, λέγοντας: «Για παράδειγμα, η 23η Απριλίου καθιερώθηκε ως ημέρα εορτασμού, ώστε η Γενοκτονία των Αρμενίων να μην αναφέρεται ή να μην έρχεται στο προσκήνιο στις 24 Απριλίου. Ομοίως, η Ημέρα τιμής των Anzac στις 25 Απριλίου έχει προγραμματιστεί σκόπιμα να συμπέσει με αυτήν την ημερομηνία. Στόχος είναι να αποτραπεί η μνήμη της γενοκτονίας των Αρμενίων».
Για το θέμα αναφέρθηκε και ο Δρ. Οχανές Κιλιτσντάγκ, μέλος ΔΕΠ στο Πανεπιστήμιο Μπιλγκί, ο οποίος είπε ότι κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αμπντούλ Χαμίτ Β’, άρθρα που δημοσιεύονταν σε αρμενικές εκδόσεις της εποχής προέτρεπαν τον αρμενικό λαό να είναι υπομονετικός και να δείχνει αλληλεγγύη για να αντιμετωπίσει την καταπίεση. Ο Κιλιτσντάγκ σημείωσε ότι οι Αρμένιοι διανοούμενοι σε αυτά τα γραπτά προέβλεψαν την απέλαση του αρμενικού λαού, υπενθυμίζοντας τη Σφαγή των Αδάνων του 1909. Δήλωσε ότι το 1909 20.000 Αρμένιοι δολοφονήθηκαν σε 10 ημέρες κατά τη διάρκεια αυτής της σφαγής, προσθέτοντας: «Αυτό περιγράφεται ως η τελευταία πράξη του Αμπντούλ Χαμίτ. Πώς μπορεί αυτό να αγνοηθεί τώρα;» Ο Κιλιτσντάγκ απαίτησε από το κράτος να αναγνωρίσει τη γενοκτονία και να ζητήσει συγγνώμη.
Τέλος, ο ιστορικός και συγγραφέας Nevzat Onaran, τονίζοντας ότι πολλά ιστορικά κτίσματα στην Ανατολία ανήκαν σε Αρμένιους, είπε: «Ενώ οι Αρμένιοι εξορίζονταν βάσει του «νόμου εκκαθάρισης», οι περιουσίες τους πρώτα κατασχέθηκαν από το κράτος, στη συνέχεια λεηλατήθηκαν και στο τέλος καταγράφηκαν ως περιουσία του τουρκικού κράτους».
Η γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολίας παραμένει ένα έγκλημα χωρίς τιμωρία.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»