Καθώς οι ΗΠΑ, όπως όλα δείχνουν, επιθυμούν να απεγκλωβιστούν από το μεσανατολικό καμίνι, έχει ενδιαφέρον να δούμε ποιες ισορροπίες διαμορφώνονται και πόσο εξυπηρετούν την Ελλάδα.
ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν αποτέλεσαν τους πρωταγωνιστές του πολεμικού δράματος. Οι ΗΠΑ μπορούν να υποχωρήσουν αλλά να μην αποχωρήσουν. Το Ιράν βγαίνει ενισχυμένο στον ισλαμικό κόσμο διότι άντεξε στην πίεση της υπερδύναμης και ενός από τους πλέον έμπειρους και ισχυρούς στρατούς, του Ισραήλ. Το Ισραήλ θα μείνει στην περιοχή. Και η εκτίμηση είναι πως όχι μόνο δεν πέτυχε τους διακηρυγμένους στόχους του, αλλά οι ισορροπίες που διαμόρφωσε δεν είναι ευνοϊκές γι’ αυτό.
Το καθεστώς του Ιράν δεν θα πέσει όπως το επιθυμεί το Ισραήλ. Ίσως αργότερα να μετασχηματισθεί προς κοσμικότερο, αλλά ένα αποδυναμωμένο Ιράν ευνοεί την Τουρκία. Στις διαπραγματεύσεις για την ειρήνευση, το Ιράν δεν πρόκειται να συζητήσει το βεληνεκές των πυραύλων του. Το πυρηνικό του πρόγραμμα, ίσως, αλλά με ισχυρά ανταλλάγματα. Άλλωστε δεν είναι σίγουρο ότι το Ιράν θέλει πυρηνικά όπλα.
Το Ισραήλ, μετά την 7η Οκτωβρίου διέθετε ένα σπάνιο ηθικό και διπλωματικό απόθεμα. Αντί να το μετατρέψει σε πρωτοβουλία για μια νέα πολιτική διευθέτηση του Παλαιστινιακού, επέλεξε να το επενδύσει σχεδόν αποκλειστικά στη λογική της τιμωρίας και της διαρκούς αντιπαράθεσης. Το αποτέλεσμα είναι ότι, ενώ πέτυχε σε επιμέρους επιχειρησιακά πεδία, υπονόμευσε τη διεθνή νομιμοποίησή του και μπήκε σε μια διαδικασία μακράς φθοράς, που πλήττει τελικά και την ίδια του την ασφάλεια.
Το δεύτερο και ίσως βαρύτερο σφάλμα ήταν η υπερεπένδυση στο ιρανικό μέτωπο με στόχους που δεν ήταν σαφώς ιεραρχημένοι ούτε απολύτως ρεαλιστικοί. Η «πλήρης εξάλειψη» του πυρηνικού κινδύνου του Ιράν ήταν εξαρχής περισσότερο πολιτικό σύνθημα παρά στρατηγικά εφικτός στόχος. Ακόμη περισσότερο, η ιδέα ότι ένας εξωτερικός πόλεμος μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, παραγνώρισε ένα παλιό μάθημα της ιστορίας: όταν μια χώρα δέχεται επίθεση, ακόμη και εσωτερικοί αντίπαλοι του καθεστώτος συσπειρώνονται γύρω από το κράτος.
Το Ισραήλ έσυρε την Ουάσιγκτον σε μια σύγκρουση από την οποία η ίδια η αμερικανική πλευρά δείχνει τώρα να θέλει να αποδεσμευθεί. Οι τελευταίες δηλώσεις, όπως αποτυπώνονται στον δημόσιο διάλογο ΗΠΑ-Ισραήλ για το Ιράν, δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον μιλά περισσότερο τη γλώσσα της εξόδου και της συμφωνίας, ενώ το Τελ Αβίβ εξακολουθεί να μιλά τη γλώσσα της αποστολής που «δεν έχει τελειώσει».
Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης καταγράφονται, ήδη, στο Κογκρέσο. Σύμφωνα με το Axios, η υποστήριξη προς το Ισραήλ υποχωρεί ραγδαία στο αμερικανικό νομοθετικό σώμα αλλά και στην αμερικανική κοινωνία. Το Ισραήλ αρχίζει να χάνει όχι μόνο φίλους, αλλά και την ίδια την αίσθηση ότι η αμερικανική υποστήριξη είναι πολιτικά ανέξοδη.
Για την Ελλάδα, αυτή η υποβάθμιση της ισραηλινής αξίας στην Ουάσιγκτον αποτελεί σημαντικό ζήτημα. Αρκετές από τις προσβάσεις της Ελλάδας στην αμερικανική πρωτεύουσα επιτυγχάνονταν με την βοήθεια του Ισραήλ.
Η ελληνοϊσραηλινή συνεργασία παραμένει σημαντική και, κατά την επίσημη ελληνική θέση, έχει ειρηνικό και σταθεροποιητικό χαρακτήρα χωρίς να στρέφεται εναντίον τρίτων.
Αλλά τα συμπεράσματα από τους τελευταίους πολέμους είναι ότι η Ελλάδα πρέπει να βασιστεί για την άμυνά της, κυρίως, στις δυνάμεις της. Η αποδυνάμωση του Ιράν, βελτιώνει τη σχετική θέση της Τουρκίας στην περιφέρεια. Οι δημόσιες δηλώσεις περί άμεσου πολέμου Τουρκίας-Ισραήλ, είναι, απλώς, φιλολογικός διάλογος.
Η ψυχρή ανάλυση δείχνει ότι ένα σενάριο άμεσης χερσαίας ή αμφίβιας τουρκικής εισβολής στο Ισραήλ είναι εξαιρετικά απίθανο στο προβλέψιμο μέλλον, ενώ ακόμη και η ίδια η Άγκυρα, μέσω της διεύθυνσης επικοινωνίας της, υποστηρίζει ότι οι σχετικές αναφορές περί «απειλής εισβολής» βασίζονται σε αποσπασματική χρήση παλαιότερων δηλώσεων. Ταυτόχρονα, όμως, σοβαρές αναλύσεις επισημαίνουν ότι η πραγματική τριβή μεταφέρεται στη Συρία και στην ευρύτερη περιφερειακή αρχιτεκτονική ισχύος: η Άγκυρα βλέπει το Ισραήλ ως αυξανόμενο ανταγωνιστή, ενώ το Ισραήλ βλέπει πλέον την Τουρκία ως τον επόμενο μεγάλο πονοκέφαλο μετά την υποβάθμιση της ιρανικής απειλής. Άρα, η άμεση σύγκρουση μπορεί να είναι φιλολογία, η στρατηγική αντιπαλότητα όμως είναι απολύτως πραγματική.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι τουρκικές αιχμές και απειλές προς την Ελλάδα δεν είναι ρητορικά απόνερα, αλλά μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου πίεσης. Η Άγκυρα επανέφερε ήδη, με επίσημες ανακοινώσεις, τη γραμμή περί «τουρκικής μειονότητας» στη Δυτική Θράκη και επιτέθηκε στην ελληνική πολιτική για τους μουφτήδες, ενώ η Αθήνα απάντησε ότι δεν δέχεται υποδείξεις και ότι οι συνεργασίες της με το Ισραήλ έχουν ειρηνικό χαρακτήρα. Το ζητούμενο για την Τουρκία δεν είναι μόνο η προβολή ισχύος προς το Ισραήλ, αλλά και η δημιουργία ενός περιβάλλοντος προληπτικής ελληνικής αμηχανίας, ώστε η Αθήνα να λειτουργεί ως παθητικός θεατής σε μια περίοδο κατά την οποία η Άγκυρα επιδιώκει να αναβαθμίσει τον ρόλο της από τη Συρία έως την Ανατολική Μεσόγειο.
Παρότι δεν είναι εξοφθάλμως ορατό, η Τουρκία βρίσκεται σε έντονες εσωτερικές διεργασίες. Ο παραδοσιακός τουρκισμός αμφισβητείται, ενώ το καθεστώς Ερντογάν αναμένεται να αντιμετωπίσει δυσκολίες μετά την ήττα του Όρμπαν στην Ουγγαρία. Όχι διότι Τουρκία και Ουγγαρία είχαν κάποια ιδιαίτερη διασύνδεση, αλλά διότι η ήττα του Όρμπαν λειτούργησε ως προειδοποίηση και για την Τουρκία: οικονομική πίεση, φθορά του ελέγχου της πληροφόρησης και συρρίκνωση του εξωτερικού χώρου ελιγμών είναι τρωτά σημεία κοινά και στα δύο συστήματα. Η διαφορά είναι ότι στην Τουρκία οι θεσμικές δικλίδες είναι ασθενέστερες, γι’ αυτό και κάθε πρόβλεψη χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη προσοχή.
Η Τουρκία, λοιπόν, δεν οδεύει προς μια συμβατική αντιπαράθεση με το Ισραήλ, αλλά στο εσωτερικό της διαμορφώνεται ένα τζιχαντιστικό δίκτυο το οποίο χρησιμοποιεί και βάσεις για εκπαίδευση στο τουρκικό έδαφος. Και αυτό είναι σοβαρό ζήτημα.
Η Μέση Ανατολή αναδιατάσσεται. Το Ισραήλ βγαίνει από τους συνεχείς πολέμους του τραυματισμένο. Η Τουρκία εισέρχεται σε μια ρευστότητα, η Ελλάδα πρέπει να διαμορφώσει στρατηγική. Τι θέλει και πώς θα το πετύχει.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»