«Μάνα δεν βρίσκεται λέξη καμία να ΄χει στον ήχο της τόση αρμονία».
«Μάνα κράζει το παιδάκι, μάνα ο νιος, μάνα κι ο γέρος» .
«Η μάνα έν’ κρύο νερό και σο ποτήρ’ ’κ’ εμπαίν’».
Δεν χωρούν οι λίγες γραμμές ενός άρθρου, χρειάζονται τόμοι σελίδων για να καλύψουν το λήμμα Μάνα και το εύρος της μεγαλοσύνης αυτής της εξέχουσας, για τον κόσμο, μορφής. Έτσι θα περιοριστούμε, εν είδει τιμής προς το πρόσωπό της, σε μια μικρή αναφορά για το πως πλησίασε το δημοτικό τραγούδι αλλά κι η Τέχνη, τη Μάνα.
Η μορφή της μάνας, είτε στη δημοτική ποίηση είτε στις εικαστικές τέχνες, αναδεικνύεται ως ένα από τα πιο ισχυρά και διαχρονικά σύμβολα της ανθρώπινης εμπειρίας. Πρόκειται για μια παρουσία που υπερβαίνει το ατομικό και αγγίζει το συλλογικό, καθώς συμπυκνώνει αξίες όπως η αγάπη, η θυσία, ο πόνος και η ελπίδα.
Στη δημοτική ποίηση, η μάνα μιλά με τη φωνή της καρδιάς. Είναι η μορφή που βιώνει πιο έντονα τον αποχωρισμό, ιδίως στα τραγούδια της ξενιτιάς:
«Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο,
η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγώ ’χω τον καημό σου.»
Η μάνα εδώ δεν είναι μόνο ένα πρόσωπο· γίνεται σύμβολο ρίζας και πατρίδας. Ο καημός της είναι συλλογικός, καθώς αντικατοπτρίζει τον πόνο ενός ολόκληρου λαού που γνώρισε τον ξεριζωμό.
Αντίστοιχα, στις εικαστικές τέχνες, η μητρότητα αποδίδεται με εικόνες που έχουν παγκόσμια απήχηση. Στη θρησκευτική ζωγραφική, η μορφή της Παναγίας με το Βρέφος, με χαρακτηριστικά μεγάλα μάτια, γήινα χρώματα, χρυσό φόντο αποπνέει τρυφερότητα και προστασία όπως εξαιρετικά και ιδιαίτερα, φαίνεται στη βυζαντινή αγιογραφία, (Θεοφάνης ο Κρης, Δομίνικος Θεοτοκόπουλος, Φώτης Κόντογλου). Στη «Σιξτίνα Μαντόνα» του Ραφαήλ, η Παναγία αποπνέει γαλήνη και ιερότητα. Η μητέρα εδώ εξιδανικεύεται· γίνεται φορέας θεϊκής αγάπης, όπως ακριβώς και στη δημοτική ποίηση, η μάνα συχνά αγγίζει τα όρια του συμβόλου.
Ωστόσο, τόσο στην ποίηση όσο και στην τέχνη, η μητέρα δε μένει μόνο στην τρυφερότητα. Στα κλέφτικα τραγούδια, καλείται να αποδεχτεί το χαμό του παιδιού της για ένα ανώτερο ιδανικό:
«Μάνα μου τα κλεφτόπουλα δεν κλαίνε σαν πεθαίνουν… δεν κλαίνε, δεν δακρύζουν, μόνο χαμογελάνε»
Η ίδια τραγική διάσταση αποτυπώνεται συγκλονιστικά στη γλυπτική, όπως στην Pietà (Πιετά) του Μιχαήλ Άγγελου. Η μητέρα κρατά το νεκρό παιδί της με σιωπηλή αξιοπρέπεια. Ο πόνος δεν κραυγάζει· γίνεται εσωτερικός, σχεδόν ιερός — όπως και στα δημοτικά μοιρολόγια, όπου ο θρήνος αποκτά τελετουργικό χαρακτήρα.
Παράλληλα, η καθημερινή διάσταση της μάνας προβάλλεται και στις δύο μορφές έκφρασης. Στα νανουρίσματα, η μητέρα ονειρεύεται και προστατεύει:
«Νάνι το παιδί μου νάνι,
κι όπου να ’ναι θα γιάνει…»
Τέλος, σε πολλά δημοτικά τραγούδια, η μάνα εμφανίζεται ως φορέας ηθικών αξιών και κοινωνικών κανόνων. Συμβουλεύει, προειδοποιεί και καθοδηγεί:
«Παιδί μου, όπου κι αν βρεθείς, να ’χεις τον νου σου πάντα…»
Η φωνή της μάνας γίνεται φωνή παράδοσης και σοφίας, μια εσωτερική πυξίδα που συνοδεύει το παιδί σε όλη του τη ζωή. Γι΄ αυτό και η λαϊκή μούσα θα της τραγουδήσει :«Της μάνας η καρδούλα είναι περιβόλι που μέσα ανθίζουν τα παιδιά κι ευωδιάζουν όλοι».
Αντίστοιχα, στη ζωγραφική του 19ου αιώνα, έργα όπως του Ν. Λύτρα, του Γ. Ιακωβίδη, Ν. Γκύζη ,παρουσιάζουν τη μάνα ως μια ήρεμη, καθημερινή φιγούρα αλλά και ως φορέα αξιών. Δεν υπάρχει δράμα, αλλά μια βαθιά, σιωπηλή δύναμη — η ίδια που διατρέχει και τη λαϊκή παράδοση.
Τέλος, στη σύγχρονη τέχνη, η μορφή της μάνας αποκτά ευρύτερη, σχεδόν οικουμενική σημασία. Στο έργο «Γκερνίκα» (Guernica) του Πάμπλο Πικάσο, η μάνα που κραυγάζει πάνω από το νεκρό παιδί της συμβολίζει τη φρίκη του πολέμου. Είναι η ίδια μάνα που, στη δημοτική ποίηση, θρηνεί — μόνο που εδώ η κραυγή της γίνεται παγκόσμια.
Συνοψίζοντας, είτε με λέξεις είτε με εικόνες, η μάνα παραμένει το πιο άμεσο και αυθεντικό σύμβολο του ανθρώπινου βίου. Στη δημοτική ποίηση εκφράζει τον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων· στη ζωγραφική και τη γλυπτική παίρνει μορφή και σώμα. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, η ουσία είναι κοινή: η μάνα είναι η αντοχή στον πόνο, η αγάπη χωρίς όρια και η μνήμη που δεν σβήνει ποτέ.