Η υπόθεση της Ryanair στο αεροδρόμιο «Μακεδονία» δεν είναι απλώς μια επιχειρηματική διαφορά. Είναι η αφορμή για να φανεί, ακόμη μία φορά, ένα βαθύτερο πρόβλημα: η θέση της Θεσσαλονίκης μέσα στο ελληνικό κράτος.
Η πιθανή αποχώρηση ή συρρίκνωση της βάσης της Ryanair αφορά αεροσκάφη, θέσεις εργασίας, τουριστική κίνηση και δεκάδες διεθνείς προορισμούς. Αφορά, δηλαδή, τη συνδεσιμότητα της πόλης με τον κόσμο. Και η συνδεσιμότητα δεν είναι δευτερεύον ζήτημα. Για μια πόλη που θέλει να είναι μητροπολιτικός κόμβος της Βόρειας Ελλάδας, των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, οι πτήσεις δεν είναι πολυτέλεια. Είναι αναπτυξιακή υποδομή.
Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος υπερασπίζεται τη Θεσσαλονίκη και, εν προκειμένω, ποιος την υπερασπίζεται όταν κρίνονται οι πύλες της προς τον κόσμο. Ποιος αντιμετωπίζει το αεροδρόμιο «Μακεδονία» ως στρατηγική υποδομή και όχι απλώς ως περιουσιακό στοιχείο προς διαχείριση. Ποιος αντιλαμβάνεται ότι μια πόλη χωρίς ισχυρές διεθνείς συνδέσεις δεν αναπτύσσεται· απλώς παρακολουθεί την υποβάθμισή της.
Το πιο παράδοξο είναι ότι το αεροδρόμιο δεν βρίσκεται σε πτώση. Αντιθέτως, τα στοιχεία δείχνουν άνοδο της επιβατικής κίνησης και σημαντική αύξηση των διεθνών αφίξεων. Η Θεσσαλονίκη, λοιπόν, δεν είναι μια αδύναμη αγορά που δεν αντέχει. Δεν είναι μη βιώσιμη. Το πρόβλημα δεν είναι η πόλη. Το πρόβλημα είναι το σύστημα μέσα στο οποίο η πόλη δεν διαθέτει την πολιτική και θεσμική ισχύ για να υπερασπιστεί τα αυτονόητα.
Η εταιρεία που διαχειρίζεται το αεροδρόμιο μπορεί να παρουσιάζει επενδύσεις, νέους χώρους, ανακαινίσεις και βελτιώσεις. Όμως η εμπειρία των επιβατών συχνά δίνει μια διαφορετική εικόνα: ταλαιπωρία, ανεπαρκή προστασία σε καιρικές συνθήκες, προβλήματα λειτουργικότητας σε ένα αεροδρόμιο που υποτίθεται ότι αποτελεί διεθνή είσοδο της χώρας. Αν παρόμοιες εικόνες εμφανίζονταν στο «Ελευθέριος Βενιζέλος», θα είχαν γίνει κεντρικό πολιτικό θέμα. Στη Θεσσαλονίκη, συχνά υποβιβάζονται σε «τοπικό παράπονο».
Αυτή είναι η ουσία του αθηνοκεντρικού κράτους. Δεν συγκεντρώνει μόνο πόρους, υπουργεία, αποφάσεις, μέσα ενημέρωσης, επιχειρηματικά δίκτυα και δημόσια προσοχή στην Αθήνα. Αποφασίζει και ποια προβλήματα θεωρούνται εθνικά. Τα προβλήματα της πρωτεύουσας γίνονται αυτομάτως ζητήματα της χώρας. Τα προβλήματα της Θεσσαλονίκης παρουσιάζονται ως περιφερειακή γκρίνια.
Η Θεσσαλονίκη, όμως, δεν είναι μια ακόμη πόλη στον χάρτη. Είναι η δεύτερη μητρόπολη της χώρας, η φυσική πύλη προς τα Βαλκάνια, η πόλη που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κόμβος εμπορίου, ενέργειας, εκπαίδευσης, τεχνολογίας, μεταφορών και πολιτισμού. Αντί γι’ αυτό, αντιμετωπίζεται συχνά ως διοικητικό παράρτημα. Ως χώρος εκλογικής χρήσης, όχι ως κέντρο στρατηγικής. Η Θεσσαλονίκη έχει ιστορία που κανένα αθηναϊκό μόρφωμα δεν μπορεί να εξαλείψει όσο και αν το προσπαθεί μετά την ένταξη της πόλης στον εθνικό κορμό.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη πολιτική ευθύνη. Το αεροδρόμιο μπορεί να έχει παραχωρηθεί σε ιδιώτη διαχειριστή, αλλά η πολιτική ευθύνη δεν εξαφανίζεται με μια σύμβαση παραχώρησης. Το Δημόσιο έθεσε τους όρους. Το Δημόσιο εποπτεύει. Το Δημόσιο οφείλει να διασφαλίζει ότι μια κρίσιμη υποδομή λειτουργεί προς όφελος της πόλης και της ευρύτερης περιοχής.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η ευθύνη όσων εκλέγονται στη Θεσσαλονίκη ή την επιλέγουν ως εκλογική τους έδρα. Η πόλη δεν χρειάζεται πολιτικούς που τη χρησιμοποιούν ως συμβολική βιτρίνα. Χρειάζεται πολιτική ισχύ. Χρειάζεται εκπροσώπους που να συγκρούονται για τις υποδομές της, τις συνδέσεις της, το λιμάνι της, το αεροδρόμιό της, το σιδηροδρομικό της δίκτυο, τα πανεπιστήμιά της, τη βιομηχανική της βάση, τον ρόλο της στα Βαλκάνια. Έχει; Μάλλον όχι. Πάντως αυτοί που υπάρχουν είναι ανεπαρκείς αν κρίνουμε από το αποτέλεσμα.
Η Θεσσαλονίκη έχει καταντήσει πόλη από την οποία εκλέγονται αρχηγοί, αλλά για την οποία σπάνια μάχεται κανείς με συνέπεια. Τα στελέχη της φεύγουν. Τα κέντρα αποφάσεων βρίσκονται αλλού. Τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης βρίσκονται αλλού. Τα δίκτυα επιρροής βρίσκονται αλλού. Και η πόλη χάνει όχι επειδή δεν έχει ανθρώπους, αλλά επειδή δεν έχει οργανωμένη αστική τάξη με συνείδηση πόλης, ισχυρή κοινωνία πολιτών και θεσμούς ικανούς να μετατρέπουν την αγανάκτηση σε πολιτική πίεση.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: άλλοι αποφασίζουν για τις υποδομές της, άλλοι για τις μεταφορές της, άλλοι για τις πτήσεις της, άλλοι για τον ρόλο της. Και όταν προκύπτει κρίση, συγκαλείται μια σύσκεψη, αποστέλλεται μια επιστολή, ζητείται μια ενημέρωση. Όμως μια μητρόπολη δεν μπορεί να κυβερνάται με εκ των υστέρων συσκέψεις πανικού.
Η πρόσφατη, από τις πολλές εκδοχές, υπόθεση Ryanair πρέπει να γίνει αφορμή αφύπνισης. Όχι για μια ακόμη τοπική διαμαρτυρία που θα ξεχαστεί σε λίγες ημέρες. Αλλά για μια σοβαρή συζήτηση γύρω από τη θέση της Θεσσαλονίκης στο ελληνικό κράτος.
Η Θεσσαλονίκη δεν κινδυνεύει απλώς να χάσει πτήσεις. Κινδυνεύει να χάσει τον ίδιο της τον ρόλο. Και μια πόλη που χάνει τις πύλες της προς τον κόσμο, δεν είναι πόλη που αναπτύσσεται. Είναι πόλη που μικραίνει.
Το μεγάλο σκάνδαλο δεν είναι μόνο όσα συμβαίνουν. Είναι ότι παρουσιάζονται ως κανονικότητα. Και αυτό πρέπει επιτέλους να τελειώσει.
Είναι ανάγκη να συγκροτηθεί μια Επιτροπή Σωτηρίας της Θεσσαλονίκης. Από νυν και πρώην πολιτικούς, πρόσωπα της τοπικής αυτοδιοίκησης, ισχυρά μέλη της αστικής τάξης της πόλης και προσωπικότητες της πνευματικής ηγεσίας της. Ποιος θα αναλάβει την πρωτοβουλία.
Ο καταλληλότερος θεσμός είναι ο δήμαρχος της πόλης. Θα το τολμήσει;