Η πρόσφατη συνάντηση της τουρκικής Diyanet στα Σκόπια είναι μια, ακόμη, απόδειξη της πολυεπίπεδης στρατηγικής της Άγκυρας.
Στις 31 Μαρτίου 2026, η Diyanet πραγματοποίησε την 10η συνάντηση των επικεφαλής θρησκευτικών υποθέσεων των βαλκανικών χωρών, με οικοδεσπότη την Ισλαμική Θρησκευτική Ένωση των Σκοπίων. Σύμφωνα με την ίδια την τουρκική ανακοίνωση, ο πρόεδρός της μετέφερε χαιρετισμούς του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και έθεσε ως προτεραιότητες τη συνεργασία σε παιδεία, νεολαία, οικογένεια, εκδόσεις και θρησκευτικές υπηρεσίες. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι η Άγκυρα δεν προσεγγίζει τα Βαλκάνια αποσπασματικά, αλλά ως ενιαίο χώρο πολιτικής, πολιτιστικής και ιδεολογικής επιρροής.
Η σοβαρότητα του θέματος δεν βρίσκεται στο αν η Τουρκία «εξισλαμίζει» άμεσα τα Βαλκάνια, όπως συχνά υποστηρίζεται, αλλά στο ότι οικοδομεί σταθερά δίκτυα επιρροής. Η Τουρκία χρησιμοποιεί εδώ και χρόνια όχι μόνο το υπουργείο Εξωτερικών της, αλλά και ένα πλήρες πλέγμα θεσμών: τη Diyanet, την TİKA, εκπαιδευτικά δίκτυα, πολιτιστικούς φορείς και περιφερειακές πλατφόρμες συνεργασίας. Η ίδια η τουρκική διπλωματία δηλώνει επίσημα ότι τα Βαλκάνια αποτελούν περιοχή προτεραιότητας λόγω ιστορικών, πολιτιστικών και ανθρώπινων δεσμών, ενώ το 2026 προχώρησε και στη δεύτερη συνάντηση του «Balkans Peace Platform» στην Κωνσταντινούπολη, με συμμετοχή υπουργών Εξωτερικών από σημαντικές βαλκανικές χώρες. Η θρησκευτική διπλωματία, είναι τμήμα ενός ευρύτερου σχεδίου.
Η Τουρκία διαμορφώνει μια ζώνη επιρροής στα Βαλκάνια επικίνδυνη για την Ελλάδα διότι μπορεί να επηρεάσει και τους μουσουλμάνους της δυτικής Θράκης. Και αυτό πρέπει να προσεχθεί.
Η Ελλάδα οφείλει να δει μια νέα πραγματικότητα σε έναν χώρο όπου πριν μερικά χρόνια είχε έντονη παρουσία. Η Άγκυρα δεν επηρεάζει την περιοχή μόνο με διακηρύξεις ισχύος, αλλά με υποτροφίες, θρησκευτική δικτύωση, πολιτιστική προβολή, σχέσεις με τοπικές ελίτ και συνεχή θεσμική παρουσία. Αναλύσεις διεθνών ινστιτούτων έχουν επισημάνει εδώ και χρόνια ότι η Diyanet έχει εγκαταστήσει γραφεία σε χώρες όπως η Αλβανία και τα Σκόπια, χρηματοδοτεί θρησκευτικές υποδομές και λειτουργεί ως εργαλείο τουρκικής ήπιας ισχύος στην περιοχή
Η Ελλάδα παραμένει βαλκανική χώρα, αλλά συχνά συμπεριφέρεται διπλωματικά σαν να παρατηρεί τα Βαλκάνια από απόσταση. Κι όμως, το ίδιο το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών αναγνωρίζει στο Στρατηγικό Σχέδιο 2024-2027 ως βασικό στόχο την εμβάθυνση της συνεργασίας με τα Δυτικά Βαλκάνια και την προώθηση της ευρωπαϊκής τους πορείας στη βάση της αιρεσιμότητας.(στηρίζουμε, εφόσον τηρείτε συγκεκριμένους όρους).
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ενεργοποιήσει ειδικό χρηματοδοτικό εργαλείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα Δυτικά Βαλκάνια (το Reform and Growth Facility) ύψους 6 δισ. ευρώ για την περίοδο 2024-2027, ακριβώς για να ενισχύσει τη σύγκλιση της περιοχής με την ευρωπαϊκή οικονομία και τους θεσμούς. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα ως μέλος της Ε.Ε. έχει πλεονεκτήματα στην περιοχή αρκεί να θελήσει να τα αξιοποιήσει.

Ο κομβικός ρόλος της Θεσσαλονίκης
Χωρίς να μπει σε έναν άγονο ανταγωνισμό με την Τουρκία, η Ελλάδα μπορεί να φέρει τα Βαλκάνια πιο κοντά στην ΕΕ και να έχει και δικά της οφέλη και ως πύλη των Βαλκανίων στην Μεσόγειο.
Σε μια τέτοια πολιτική, η Θεσσαλονίκη πρέπει να αποκτήσει κεντρικό ρόλο. Όχι μόνο συμβολικό, αλλά θεσμικό. Η πόλη φέρει το ιστορικό βάρος της «Ατζέντας της Θεσσαλονίκης» του 2003, όταν η ΕΕ επιβεβαίωσε ότι το μέλλον των Δυτικών Βαλκανίων βρίσκεται εντός της Ένωσης. Ταυτόχρονα, η Θεσσαλονίκη διαθέτει πραγματικά γεωοικονομικά χαρακτηριστικά βαλκανικής πρωτεύουσας: το λιμάνι της προσφέρει απευθείας σιδηροδρομική διασύνδεση με Σόφια, Νις και Σκόπια, δηλαδή με τον φυσικό χώρο στον οποίο η Ελλάδα οφείλει να επανέλθει στρατηγικά.
Γι’ αυτό η μεταφορά στη Θεσσαλονίκη της αρμόδιας διεύθυνσης ή, ευρύτερα, του μόνιμου βαλκανικού πυρήνα χάραξης πολιτικής του υπουργείου Εξωτερικών είναι εθνική επιλογή στρατηγικής.
Θα συνέδεε τη διπλωματία με τα πανεπιστήμια, τα επιμελητήρια, τα logistics, τη διασυνοριακή οικονομία και την καθημερινή πολιτική εμπειρία του βορρά. Θα μετέφερε το κέντρο βάρους από την αθηναϊκή γραφειοκρατία στο πραγματικό πεδίο όπου κρίνεται το μέλλον της ελληνικής παρουσίας στα Βαλκάνια. Και, κυρίως, θα έδειχνε ότι η Ελλάδα δεν αντιδρά απλώς στις κινήσεις των άλλων, αλλά διαμορφώνει η ίδια περιφερειακή πολιτική.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»