«Μετά όμως αναλογίστηκα ότι τα θαύματα συνήθως διαρκούν τρεις μέρες. Και πολύ φοβάμαι ότι σύντομα πάλι θα αλληλοβριζόμαστε στις κερκίδες και θα σκοτωνόμαστε». Τις λέξεις αυτές τις έγραψα στον απόηχο του φρικτού δυστυχήματος στη Ρουμανία (στις 27/1) με τον θάνατο των επτά οπαδών του ΠΑΟΚ.
Είχε προηγηθεί ένα σχεδόν καθολικό κύμα αλληλεγγύης και συμπαράστασης από υγιώς σκεπτόμενους οπαδούς όλων των ομάδων προς την οικογένεια του Δικεφάλου. Και για μια στιγμή αναρωτήθηκα αν θα ήταν εφικτό να σταθεί αυτή η τραγωδία αφορμή για να περάσουμε σε μια νέα εποχή όσον αφορά στη σχέση μεταξύ των «αντίπαλων» οπαδών.
Μετά, όμως, ξύπνησα…
Σαράντα τέσσερις μέρες αργότερα, ο 20χρονος Κλεομένης έπεφτε νεκρός, χτυπημένος από μαχαίρι σε ένα δρομάκι της Καλαμαριάς.
Δεν είμαι δικαστής. Δεν γνωρίζω τα στοιχεία της υπόθεσης, παρά μόνο όσα έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας έως σήμερα από το ρεπορτάζ, που μπορεί αύριο να ανατραπούν από νεότερα στοιχεία. Δεν γνωρίζω αν όντως ο 20χρονος και η παρέα του επιτέθηκαν στον 23χρονο που στη συνέχεια τον τραυμάτισε θανάσιμα. Το ποινικό κομμάτι της υπόθεσης θα το κρίνει η Δικαιοσύνη. Εμένα δεν με νοιάζει να κρίνω ούτε το θύμα, ούτε τον θύτη.
Αυτό που με νοιάζει είναι ότι στο εδώλιο του κατηγορούμενου δεν πρόκειται ποτέ να καθίσουν οι «πραγματικά» ένοχοι. Όχι οι φυσικοί, μα οι ηθικοί αυτουργοί. Όχι αυτοί που βγάζουν χρήματα υπό την κάλυψη των συνδέσμων, γιατί αυτοί συχνά είναι «επαγγελματίες» του κοινού ποινικού δικαίου. Αναφέρομαι στους καθώς πρέπει ευυπόληπτους κυρίους με τα λευκά κολάρα. Που έχουν συμφέρον να συντηρούν ιδιωτικούς στρατούς. Και σε εκείνους που διαιωνίζουν αυτή την αρρωστημένη κατάσταση -χωρίς να πράξουν τίποτα για να την αλλάξουν και που αρέσκονται μόνο στα παχιά λόγια και στην εξαγγελία δήθεν ρηξικέλευθων τομών- για να επωφεληθούν και να ωφελήσουν. Κοινώς, σε όλους όσους ανέχονται να δέρνονται ανενόχλητα και να σκοτώνονται στους δρόμους νεαρά παιδιά, θυσία στον Μολώχ του χουλιγκανισμού – και να καταστρέφεται η ζωή πολλών περισσότερων ακόμη, είτε επειδή αργοσβήνουν από τα ναρκωτικά που τα «τρατάρουν» στους συνδέσμους ή επειδή καταλήγουν πίσω από της φυλακής τα σίδερα.
Όλους αυτούς επιθυμώ διακαώς να δω σε κάποιο δικαστήριο. Αλλά, μάλλον, πρέπει πάλι να ξυπνήσω…
ΥΓ: Το θέμα της οπαδικής βίας μπορεί να λυθεί. Αρκεί να το θέλουν οι κυβερνήσεις, να θεσπίσουν τους κατάλληλους νόμους και να μεριμνήσουν για την άτεγκτη εφαρμογή τους. Όπως σχεδόν όλα στην Ελλάδα, είναι κι αυτό θέμα πολιτικής βούλησης. Για αυτό δεν θα γίνει τίποτα!