Όσο κι αν κάποιοι κάνουν τις μωρές παρθένους, μένοντας δήθεν κατάπληκτοι με αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, το γεγονός είναι πως από την πολιτική ζωή αυτής της χώρας ποτέ δεν έλειψαν ο κυνισμός, η αναλγησία και η υποκρισία.
Γι’ αυτό άλλωστε και κάθε φορά που η τηλεόραση παίζει ταινίες όπως αυτή του «Μαυρογιαλούρου», του «Γκόρτσου» ή του «Θανασάκη του πολιτευόμενου», η τηλεθέαση χτυπάει μεγάλα νούμερα.
Βοηθούντων των social media και των fake news, οι πονηριές μπροστά στα μάτια μας αυτή την εποχή πάνε σύννεφο. Έχουν γίνει μάλιστα αναπόσπαστο κομμάτι όχι μόνο του παραπολιτικού αλλά και του κανονικού πολιτικού ρεπορτάζ οι απόπειρες χειραγώγησης και εξαπάτησης του ψηφοφόρου.
Οι κυβερνώντες κυνικά ψάχνουν το πότε είναι η κατάλληλη στιγμή για νέα «θα» και παροχολογία, ενώ σειρά «στελεχών» διαφόρων κομμάτων ακόμα και βουλευτές , ψάχνονται για μεταγραφή σε άλλο κόμμα, προφανώς με αντάλλαγμα πιθανή «καρέκλα».
Παράλληλα μια άλλη «παγίδα» στήνεται σχετικά με το πότε είναι σκόπιμο να ιδρυθεί/ανακοινωθει ένα κόμμα -και με ποιους τίτλους και σλόγκαν-από έναν καινούργιο ή αναπαλαιωμένο μεσσία, ώστε να «τσιμπήσουν» πιο εύκολα οι πολλοί το αφήγημά του.
Σe αυτό το τελευταίο, προβάλλει τις τελευταίες εβδομάδες το σήριαλ Τσίπρας εναντίον Καρυστιανού, στο λεγόμενο «ντέρμπι» της χρονιάς, που αν δεν ήταν πράγματι η κατάσταση κρίσιμη μέσα κι έξω από την Ελλάδα, θα λειτουργούσε και ως εθνική διασκέδαση.
Έχει ενδιαφέρον η μάχη συμβούλων, επικοινωνιολόγων και επιτελών για να βρεθούν η ονομασία και τα συνοδευτικά συνθήματα.
Κάποιες πληροφορίες λένε ότι υποχωρεί η πιθανότητα να ονομαστεί «Οξυγόνο» το υπό ίδρυση κόμμα (ή κίνημα;) της Μαρίας Καρυστιανού παρότι η συγκεκριμένη λέξη είναι γενικής συγκινήσεως και άγγιξε τον κόσμο στις μεγάλες διαδηλώσεις για τα Τέμπη. Έξοχο συμβολισμό μπορεί να προσφέρει η λέξη «Πολίτες» που λειτουργεί ως λόγος που έρχεται καινούργιος απέναντι στο παλιό και φθαρμένο πολιτικό προσωπικό. Είναι όμως;
Η κοινωνία σε συντριπτική πλειοψηφία αποδέχτηκε το δικαίωμα της μάνας των Τεμπών να πολιτευτεί και δεν υιοθετεί τις οξύτατες επιθέσεις που δέχεται, έστω και με αφορμή αμφιλεγόμενες και θολές δηλώσεις της.
Το φαινόμενο είναι καινούργιο αλλά ο λόγος της έρχεται από τα παλιά και πιθανόν και από τα δεξιότερα. Δεν είναι πάντως αριστερός, όπως πολλοί πλανώμενοι πίστεψαν, αλλά το πιο ενοχλητικό για Τσίπρα, ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά, Βαρουφάκη, ίσως και ΠΑΣΟΚ είναι ότι η Καρυστιανού θα μειώσει την κομματική και εκλογική δύναμή τους, τουλάχιστον δημοσκοπικά.
Ή «Ιθάκη», από την άλλη, τίτλος του βιβλίου του πρώην πρωθυπουργού, συνδέθηκε με την επάνοδό του στον αφρό των γεγονότων, ενώ μια σειρά από λέξεις επιστρατεύονται για να περιγράψουν το νέο ξεκίνημα : «Νέα Μεταπολίτευση», «Επανίδρυση», «Αυτοοργάνωση», «Αναγέννηση».
Βέβαια οι δύο μονομάχοι του ντέρμπι της δεύτερης θέσης, αφού οι δημοσκόποι δίνουν πρώτο, αν και «ψαλιδισμένο» τον Μητσοτάκη, δεν ξεκινούν από την ίδια αφετηρία.
Η Καρυστιανού έχει περιθώριο μιας ήττας αφού είναι νεοεισερχόμενη στο πολιτικό παιχνίδι, ενώ ο Τσίπρας είναι ήδη ένα είδος μικρού loser παρά το rebranding, αλλά και παρά την πεποίθηση ενός πασίγνωστου συμβούλου του πως ο Αλέξης «θα χάσει όσες φορές χρειαστεί μέχρι να κερδίσει».
Είτε με Οξυγόνο, είτε με Ιθάκη πάντως, ζούμε την εποχή των συνθημάτων. Όλοι ψάχνουν τις λίγες λέξεις με τη μεγάλη δύναμη.
Με τη διαφορά πως οι εποχές που ένα ιδανικό σλόγκαν όφειλε να κατονομάζει το «προϊόν», από ηγέτη και κόμμα μέχρι ταινία, ρούχο , απορρυπαντικό ή μαζικό αίτημα και να υπόσχεται ένα σαφές όφελος, έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.
Σήμερα, όλα τα σαρώνει η εικόνα μαζί με το συναίσθημα, τον ρυθμό και τον υπαινιγμό. Τα παλιά σλόγκαν πουλούσαν προϊόντα. Τα σύγχρονα σλόγκαν πουλάνε ταυτότητες.
Αλλά αυτό είναι θέμα ενός άλλου άρθρου.