Εκτός αν οι 23.124 «κατ’ επάγγελμα επαναστάτες», κατά την υφυπουργική ρήση, συγκεντρώσουμε ξανά υπογραφές μέσω gov.gr- κάτι που ουδόλως αποκλείω διότι δεν έχουμε άλλη απασχόληση πλην της μελέτης των έργων του Χο Τσι Μινχ-, επικρατεί προσώρας το δεδομένο σχέδιο για την εκθεσιούπολη (κατά το πανεπιστημιούπολη).
Διευκρινίζω για να μη θεωρηθώ αφελής, ότι ουδόλως είμαι βέβαιος ότι το σχέδιο αυτό θα πραγματοποιηθεί, διότι κάθε ντρόουν που χτυπά πετρελαιοπηγή στις χώρες της λάγνας Ανατολής, αφαιρεί κάποιο ποσόν από τον προϋπολογισμό της εκθεσιουπόλεως και ράβει μία τσέπη σε κάθε μας ρούχο. Του χρόνου, τέτοιο καιρό, το αρνάκι πιθανώς να πωλείται στη μαύρη αγορά μία χρυσή λίρα το κομμάτι, και το αναστάσιμο τραπέζι να έχει ως κύριο πιάτο δύο σαρδέλες και μία ελιά. Αντί κόκκινων αβγών, θα τσουγκρίζουμε πέτρες, όλα μας δε τα ρούχα θα είναι άνευ θυλακίων. Ελλείψει μάλιστα χαρτιού, αν γίνουν εκλογές δεν θα ψηφίσουμε με ψηφοδέλτια, αλλά με τις πέτρες που θα έχουμε τσουγκρίσει το Πάσχα (τις οποίες μπορούμε και να πετούμε ο ένας στον άλλον). Παρ’ όλα αυτά, χάριν της συζητήσεως, δέχομαι ότι αι βουλαί του δημάρχου θα πραγματοποιηθούν.
Το ερώτημα που θέτω είναι το εξής: Ανεξάρτητα από την αμφίρροπη μάχη των 23.124 Βιετκόνγκ με τη δημαρχιακή πλειοψηφία, που διεξήχθη στις λοφοπλαγιές της αίθουσας του δημοτικού συμβουλίου, ανεξάρτητα από το αν τα σχέδια είναι φαραωνικά ή σοβαρά, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι η Σίνδος (περί της νεωτέρας και όχι της αρχαίας το ερώτημα), πριν υποκριθούμε ότι το ζήτημα της χωροθέτησης της ΔΕΘ δεν υφίσταται, δεν θα έπρεπε να αναρωτηθούμε τι είδους έκθεση χρειαζόμαστε; Διότι το είδος της έκθεσης κρίνει και τις προδιαγραφές του χώρου.
Η σημερινή ΔΕΘ είναι εγγόνι μιας ιδέας που ίσως το 1925 να ήταν σπουδαία, που ενδεχομένως το 1938 να ήταν βιώσιμη, που μάλλον το 1951 έκανε καλό, που το 1965 ήταν προσοδοφόρα. Είμαστε όμως εν μέσω μιας άλλης πραγματικότητας, στην οποία οι διεθνείς εμπορικές εκθέσεις έχουν αλλάξει σύνθεση και που -ας το ομολογήσουμε- με την παλαιά τους μορφή δεν έχουν να προσφέρουν και πολλά. Αρκεί να συγκρίνει κανείς τα σημερινά εκθέματα με τα προ 50ετίας αντίστοιχα και θα πάρει μια ιδέα.(*)
Γνωρίζω ότι αυτές οι παραδοχές είναι ενοχλητικές σαν αυγουστιάτικες μύγες. Γνωρίζω επίσης ότι πολλοί Θεσσαλονικείς είναι πεπεισμένοι ότι κερδίζουν από τη διατήρηση της πάλαι ποτέ ΔΕΘ. Αυτό συμβαίνει διότι αγνοούν τις εναλλακτικές λύσεις, που θα έπρεπε να αναζητήσουμε. Εν πάση περιπτώσει, εύχομαι Καλή Ανάσταση σε «επαναστάτες» και αντεπαναστάτες, καθώς και να μην είναι η τελευταία χρονιά που θα τσουγκρίσουμε αβγά.
* Ξεφυλλίστε, αν το βρείτε σε βιβλιοθήκη, το εξαντλημένο Ε. Χεκίμογλου & Ευφροσύνη Ρούπα, Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης 1925-2000, 75 χρόνια ιστορία, έκδοση ΔΕΘ Α.Ε., Θεσσαλονίκη 2000.