Μια αγέλη λύκων κυκλοφορεί εδώ και μήνες ανενόχλητη στις παρυφές του πολεοδομικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης. Ειδικά στο Πανόραμα, οι κάτοικοι συχνά βλέπουν τα άγρια ζώα να κόβουν βόλτες έξω από τα σπίτια τους και δικαιολογημένα ανησυχούν, καθώς φοβούνται για το ενδεχόμενο μιας μοιραίας συνάντησης.
Σύμφωνα με ειδικούς, η παρουσία των σαρκοβόρων οφείλεται κατά κύριο λόγο στα αγριογούρουνα, ο αριθμός των οποίων γύρω από την πόλη εκτοξεύτηκε τα τελευταία χρόνια. Έχοντας «διαπιστώσει» την επάρκεια τροφής, οι λύκοι… ρίζωσαν στην περιοχή, ειδικά από τη στιγμή που, παρά την κραυγή αγωνίας των περιοίκων και του δημοτικού συμβουλίου Πυλαίας – Χορτιάτη, κανείς δεν δείχνει διατεθειμένος να μεριμνήσει για την απομάκρυνσή τους.
Το γεγονός θα μπορούσε να θεωρηθεί απλά κωμικοτραγικό, αλλά δεν είναι για δυο λόγους. Αφενός, επειδή όσο συνυπάρχουν άνθρωποι και άγρια ζώα είναι σχεδόν νομοτελειακό ότι κάποια στιγμή θα εκδηλωθεί μια επίθεση – τι δικαιολογίες θα ειπωθούν αν τραυματιστεί (ή αν συμβεί κάτι χειρότερο) ένα παιδάκι και ποιος δεν θα θελήσει να «πάρει με τις πέτρες» όσους θα μπορούσαν να είχαν πράξει κάτι για να την αποτρέψουν; Και αφετέρου, επειδή αναδεικνύει μια συνηθισμένη παθογένεια που διέπει στη χώρα μας κάθε έκφανση του δημόσιου βίου: (Σχεδόν) ποτέ δεν είναι (σχεδόν) κανείς αρμόδιος για (σχεδόν) τίποτα – και ποτέ κανείς δεν φταίει για το παραμικρό!
Δεν ξέρω τι πρέπει να γίνει στην περίπτωση των λύκων της Θεσσαλονίκης, αλλά ξέρω ότι θα έπρεπε να έχει γίνει κάτι. Και ξέρω ότι όποιος και να είναι αρμόδιος, δεν θα έπρεπε να κρύβεται πίσω από το γράμμα του νόμου και να πετάει το «μπαλάκι» σε άλλους. Και ξέρω επίσης ότι δεν θα έπρεπε να μην είναι ποτέ κανείς διατεθειμένος να πιάσει την «καυτή πατάτα»!
Στα σχεδόν 30 χρόνια που ασχολούμαι επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία έχω ακούσει κάθε πιθανή δικαιολογία από χείλη (αν)αρμοδίων. Όλες ακούγονταν λογικές. Όμως σε όσους φυγοπονούν με πρόσχημα ένα «ναι μεν, αλλά» και κρύβονται πίσω από εύηχες δικαιολογίες διστάζοντας ακόμα και να προσπαθήσουν να βγάλουν το φίδι από την τρύπα, θέλω να υπενθυμίσω μια παροιμία: «Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει». Και πρέπει να προσθέσουμε: «Αλλά όποιος δεν ζυμώνει, δεν θα φτιάξει ποτέ ψωμί – και κάποια στιγμή νομοτελειακά θα ψοφήσει της πείνας». Ας μην φτάσουμε σε αυτό το σημείο!
ΥΓ: Μήπως η ίδια λογική του «παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο» έπαιξε κάποιον ρόλο και στην υπόθεση της 57χρονης καθηγήτριας από τη Θεσσαλονίκη που έχασε τη ζωή της;