Κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα όπου στεκόσουν άκουγες από γονείς, δασκάλους και πολιτικούς για την ανάγκη να γεμίσουν τα σχολεία ψηφιακό εκπαιδευτικό υλικό και για την αξιοποίηση της τεχνολογίας ως κυρίαρχου εργαλείου μάθησης.
Ένοιωθες και μια κραυγαλέα περιφρόνηση προς το έντυπο βιβλίο , το μολύβι, το χαρτί και το χειρόγραφο. Έρχονταν παράλληλα τα πρώτα φθηνά τάμπλετ και η ταχύτατη συνδεσιμότητα με αποτέλεσμα οι πιο ψύχραιμες και μεθοδικές κοινωνίες όπως λ.χ. η Σουηδία και η Δανία να πιάσουν το «υπονοούμενο» και να μπουν στη μάχη για να γίνουν οι πιο ψηφιοποιημένες εκπαιδευτικά χώρες στον κόσμο. Μια χαρά δηλαδή.
Η πανδημία COVID-19 επιτάχυνε αυτήν την διαδικασία. Τα στοιχεία λένε πως περισσότερα από 1,6 δισεκατομμύρια παιδιά παγκοσμίως εκπαιδεύτηκαν μέσω τηλεκπαίδευσης. Η ψηφιακή μάθηση μετέβαινε από το στάδιο της καινοτομίας στο στάδιο της κανονικότητας.
Στη Σουηδία ο στόχος «κάθε μαθητής να έχει τη δική του ψηφιακή συσκευή» έγινε εφικτός, ενώ ο προγραμματισμός μπήκε στα δημοτικά σχολεία και η χρήση tablet έγινε υποχρεωτική στην προσχολική αγωγή.
Μετά ήρθε η τρίτη δεκαετία του αιώνα και η ψηφιακή ευφορία εμφάνισε σημάδια κόπωσης. Οι ίδιοι παιδαγωγοί και γονείς και κυρίως οι γιατροί διαπίστωσαν ότι τα παιδιά άρχιζαν να εμφανίζουν μειωμένη συγκέντρωση αλλά και απόδοση σε δεξιότητες, πτώση επιδόσεων στην τάξη, μέχρι και άγχος και μειωμένη κοινωνικότητα.
Σήμερα πλέον υπάρχει μια καθαρή τάση στη Σουηδία και (εν μέρει) στη Δανία προς επαναφορά πιο «παραδοσιακών» μεθόδων εκμάθησης, όπως τα τυπωμένα βιβλία και η γραφή με το χέρι, ειδικά στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση.
Αυτή η αλλαγή έχει ήδη αρχίσει να εφαρμόζεται στις τάξεις, με τους δασκάλους να δίνουν χρόνο για ανάγνωση από χαρτί και γραφή στο τετράδιο αντί για πληκτρολόγηση και οθόνες.
Αυτά συμβαίνουν όταν «πέφτεις με τα μούτρα» σε κάτι…