Η πόλη της Θεσσαλονίκης, κατά κάποιον τρόπο, «ενέχεται» στη γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολίας. Η «ενοχή» της συνίσταται από το γεγονός ότι αποτέλεσε το οργανωτικό και επιτελικό κέντρο της μυστικιστικής οργάνωσης «Επιτροπή Ένωσις και Πρόοδος», αφού εδώ, στη Θεσσαλονίκη οργανώθηκε από μέλη της οργάνωσης αυτής η αποστασία των στρατιωτικών σχηματισμών, το 1908, που υποχρέωσαν τον σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ Β΄ να δεχθεί την επαναφορά του συντάγματος, που είχε «παγώσει» από το 1876, για να οδηγηθούμε στην ανατροπή του, το 1909 και τη σταδιακή ανάληψη της εξουσίας από την οργάνωση αυτή και συγκεκριμένα από τη «σέχτα» της τριάδας των Ενβέρ, Ταλαάτ και Τζεμάλ.
Επίσης, η «ενοχή» της πόλης συνίσταται από το γεγονός ότι εδώ, στο άντρο της οργάνωσης και των Νεοτούρκων, διεξήχθησαν τα τρία μυστικά συνέδριά τους (1909, 1910, 1911), στα οποία αποφασίστηκε η γενοκτονία των τριών εκατομμυρίων χριστιανών της Ανατολίας, που τότε αποτελούσαν περίπου το 30% του συνολικού πληθυσμού της. Οι αποφάσεις αυτών των συνεδρίων, που μέχρι σήμερα κρατούνται ως επτασφράγιστο μυστικό από το τουρκικό κράτος, αποτέλεσαν την πολιτική «νομιμοποίηση» της γενοκτονίας.
Δυστυχώς, η «ενοχή» της Θεσσαλονίκης στο έγκλημα της γενοκτονίας, συνίσταται και από ένα άλλο γεγονός. Εδώ, στη νύφη του Θερμαϊκού, τις 29 Οκτωβρίου 1907, έγινε μέλος αυτής της μυστικιστικής εγκληματικής οργάνωσης ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, με αριθμό 322.
Ο Μουσταφά Κεμάλ, παρότι δεν συμμετείχε στην ηγετική ομάδα των Ενβέρ, Ταλαάτ και Τζεμάλ, μετά την αποχώρησή τους από την εξουσία και τη φυγάδευσή τους από τους συμμάχους τους Γερμανούς στο εξωτερικό, τον Οκτώβριο του 1918, στηρίχτηκε σε στελέχη και μηχανισμούς της οργάνωσης «Επιτροπής Ένωσις και Πρόοδος», για να οργανώσει τη γενοκτονία των Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων, από το 1919 μέχρι το 1923.
Ο Μουσταφά Κεμάλ ήταν αυτός που συναντήθηκε με τον σφαγέα των Ελλήνων του Πόντου, Τοπάλ Οσμάν, μόλις αποβιβάστηκε στην Αμισό, τις 19 Μαΐου 1919, δίδοντάς του πολιτική «νομιμοποίηση», χρήματα και όπλα να συνεχίσει τις σφαγές κατά των Ελλήνων.
Ο Μουσταφά Κεμάλ ήταν αυτός που διέταξε την ίδρυση της Κεντρικής Στρατιάς (Merkez Ordusu), με έδρα την Αμάσεια, με διοικητή τον Νουρετίν πασά και αποκλειστική αποστολή την εξόντωση των Ελλήνων του Πόντου.
Ο Μουσταφά Κεμάλ ήταν αυτός που διέταξε την παύση της δίωξης του Νουρετίν πασά, όταν εκείνος παραπέμφθηκε σε δίκη τις 16-17 Ιανουαρίου από τη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας με το αιτιολογικό, σύμφωνα με το επίσημο κατηγορητήριο, τις «σκληρές πολιτικές του απέναντι στον μη μουσουλμανικό πληθυσμό της περιοχής του Πόντου (εκτελέσεις, αναγκαστικές απελάσεις).
Να σημειωθεί ότι ο διασωθείς από τον Μουσταφά Κεμάλ, Νουρετίν πασάς, ήταν αυτός που διέταξε τον λιντσάρισμα του μητροπολίτη Χρυσοστόμου και την πυρπόληση της Σμύρνης.
Ο ίδιος ο Μουσταφά Κεμάλ, εφαρμόζοντας κατά γράμμα τις πολιτικές και τις πρακτικές των Νεοτούρκων, ήταν αυτός που διέταξε την σύνταξη και εφαρμογή του περίφημου Şark Islahat Planı, το οποίο θα λειτουργούσε ως το μυστικό «Κουρδικό Σύνταγμα» του κράτους σε όλη την μετέπειτα ιστορία της Τουρκικής Δημοκρατίας, το οποίο, μεταξύ άλλων προέβλεπε εκτοπισμούς «ενοχλητικών» φυλών εκτός κουρδικών περιοχών, εγκατάσταση μουσουλμάνων από βαλκανικές χώρες σε κουρδικές περιοχές, με σκοπό την δημογραφική αλλοίωση, εγκλεισμό αγοριών και κοριτσιών από την πρώτη τάξη του δημοτικού σε «οικοτροφεία», για να τους επιβληθεί η τουρκική γλώσσα και να αλλοιωθεί η εθνική τους συνείδηση, απαγόρευση χρήσης της κουρδικής γλώσσας και επιβολή ποινών σε όσους τη χρησιμοποιούσαν και άλλα πολλά.
Τέλος, ο Μουσταφά Κεμάλ ήταν αυτός που διέταξε τη μαζική σφαγή των Κούρδων αλεβιτών του Ντερσίμ, με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου της 4ης Μαΐου 1937, η οποία προέβλεπε τη διεξαγωγή στρατιωτικής επιχείρησης στους νομούς Tunceli, Erzincan, Elazığ, Sivas, Malatya και Bingöl, που οδήγησε στην εν ψυχρώ σφαγή δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων.
Η Θεσσαλονίκη σηκώνει ήδη πολύ μεγάλο βάρος στην πλάτη της για όλα τα παραπάνω και για έναν επί πλέον λόγο, επειδή στην πόλη αυτή λειτουργεί «μουσείο» του σφαγέα Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυρίων και Κούρδων.
Δεν μπορεί να σηκώσει ένα επιπλέον βάρος, να δοθεί το όνομα ενός θαυμαστή του Μουσταφά Κεμάλ, σε μια πλατεία αυτής της πόλης.
Η πόλη της Θεσσαλονίκης δεν μπορεί να ακολουθεί την πολιτική του «σφάξε με Μουσταφά Κεμάλ ν’ αγιάσω», για μερικά ψωροδολάρια.
Πρέπει να αυτοκαθαρθεί και όχι να επιβαρύνεται με νέες αμαρτίες.
Η αυτοκάθαρση ας αρχίσει από τον μετονομασία της «Πλατείας Ελευθερίας» σε Πλατεία Θυμάτων των Νεοτούρκων και βλέπουμε. Πώς είναι δυνατόν να ονομάζεται «Πλατεία Ελευθερίας» ο χώρος όπου άρχισαν το αιματηρό τους έργο οι Νεότουρκοι;
Οι πολίτες αυτής της πόλης, αλλά και σύσσωμη η ελληνική κοινωνία, πρέπει να απαιτήσει σεβασμό στην Ιστορία. Γιατί όταν δεν σεβόμαστε την Ιστορία, αυτή εκδικείται.