Αυτό που συμβαίνει στην τουρκική κοινωνία είναι πολύ πιθανόν να μην συμβαίνει σε καμία άλλη χώρα του κόσμου. Στη Γερμανία, μετά τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την απόφαση των μεταπολεμικών κυβερνήσεων του Βερολίνου να καταδικάσουν τα εγκλήματα που διέπραξαν κατά των λαών και ειδικά κατά των Εβραίων, εγκλήματα που χαρακτηρίστηκαν ως γενοκτονία, η κοινωνία συνειδητοποίησε το βάρος του να ανήκεις σε μια ομάδα που έχει το στίγμα του γενοκτόνου και πέρασε από τη διαδικασία της εξιλέωσης. Ιστορική και κορυφαία στιγμή αυτής της λυτρωτικής διαδικασίας ήταν η γονυκλισία του Βίλι Μπραντ στο μνημείο του γκέτο της Βαρσοβίας. Μια γονυκλισία που κράτησε μόνο 30 δευτερόλεπτα πλην όμως καταγράφηκε στην Ιστορία. Ήταν το πρωί της 7ης Δεκεμβρίου 1970 όταν ο Μπραντ, αφού κατέθεσε στεφάνι στο μνημείο, έκανε μερικά βήματα πίσω και έκανε την ιστορική γονυκλισία.
«Στην άβυσσο της γερμανικής ιστορίας και υπό το βάρος εκατομμυρίων δολοφονημένων ανθρώπων έκανα ό,τι μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος, όταν η γλώσσα αποτυγχάνει» έγραψε αργότερα στα απομνημονεύματά του ο Βίλι Μπραντ για εκείνη την πράξη εξιλέωσης.
Σήμερα, η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών της Γερμανίας καταδικάζει τις ενέργειες των ναζιστικών κυβερνήσεων, αποδεικνύοντας ότι ο μόνος τρόπος για να μην αναπαράγονται γενοκτονίες, είναι η καταδίκη τους από τις κυβερνήσεις και το κράτος που τις διέπραξε.
Είναι γνωστό ότι τα κράτη έχουν τη δική τους μνήμη και την αναπαράγουν, όταν δεν βρεθεί κάποιος να την σταματήσει.
Εν προκειμένω, στο τουρκικό κράτος, κυρίως από την εποχή του Αβδούλ Χαμίτ ΙΙ, με συστηματοποίηση την περίοδο των Νεοτούρκων και στη συνέχεια των Κεμαλικών, η πολιτική της γενοκτονίας των χριστιανικών πληθυσμών έγινε κεντρική πολιτική του κράτους.
Το τρομερό είναι ότι αυτή η πολιτική συνεχίστηκε και μετά την περίοδο 1914-1923, που «εκκαθαρίστηκε» η Ανατολία από Έλληνες, Αρμένιους και Ασσύριους, εναντίον εκείνων που για διάφορους τρόπους είχαν διαφύγει των σφαγών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η απόρρητη αναφορά που απέστειλε το 1938 ο νομάρχης του Τοκάτ, Α. Εργκούν, ως απάντηση στην εντολή με αριθμό 31404, με ημερομηνία 22 Ιουλίου 1938, που είχε λάβει από τη Γενική Διεύθυνση Ασφαλείας, Συμβούλιο Επιθεώρησης Αστυνομίας, με την οποία του ζητούσε πληροφορίες για τους Αρμενίους που ζούσαν στο νομό του. Ο νομάρχης Εργκούν αναφέρει στην απάντησή του ότι κατά τη διάρκεια των απελάσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου, ορισμένοι Αρμένιοι κρύφτηκαν σε σπίτια ισχυρών προσώπων στο Τοκάτ, ενώ άλλοι πήγαν μέχρι τη Σεβάστεια και παρέμειναν κρυμμένοι εκεί, επανεμφανιζόμενοι μετά την ανακωχή. Αναφέρει επίσης ότι ο συνολικός αριθμός των Αρμενίων έφτανε τους 798, ενώ το 1933 ήταν 700 και το 1935, 722. Μάλιστα, μερικοί από αυτούς ήταν ειδικευμένοι σε επαγγέλματα όπως η κοσμηματοποιία, η σιδηρουργία και η ξυλουργική, και οι περισσότεροι εργάζονταν ως υπηρέτες για Τούρκους.
Το απόρρητο έγγραφο, που έχουμε στη διάθεσή μας, αποδεικνύει ότι το τουρκικό κράτος, 25 χρόνια μετά, θεωρούσε απειλή ακόμα και τους επιζήσαντες της γενοκτονίας. Άλλη απόδειξη είναι η έκθεση που έστειλε την ίδια χρονιά ο Ζ. Αρχάν, βουλευτής του Καρς και περιφερειακός επιθεωρητής του Λαϊκού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος (CHP) στη Σεβάστεια , στη γενική γραμματεία του CHP, στην οποία ανέφερε ότι ένας σημαντικός αριθμός Αρμενίων είχε συγκεντρωθεί στους νομούς Τοκάτ και Σεβάστειας, ιδιαίτερα σε αυτές τις δύο πόλεις, δηλώνοντας ότι αναμφίβολα αυτές οι ομάδες θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πέμπτη φάλαγγα και ότι οι νομαρχίες θα το λάμβαναν αυτό υπόψη, σημειώνοντας επίσης ότι είχε υποβάλει αυτές τις πληροφορίες στις «ανώτερες αρχές».
Αυτή η συμπεριφορά του κράτους κατά των Αρμενίων, των Ελλήνων και των Ασσυρίων συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες, παρουσιάζοντας τις ομάδες αυτές στην τουρκική κοινωνία ως εθνική απειλή, ενώ συνέχισε τις διώξεις, με το Φόρο Περιουσίας (Βαρλίκ Βεργκισί), τα Σεπτεμβριανά του 1955, τις απελάσεις και άλλα πολλά. Τελευταίο δείγμα της αναπαραγωγής της πολιτικής της γενοκτονίας, είναι η εθνοκάθαρση που διέπραξαν Τουρκία και Αζερμπαϊτζάν στο Ναγκόρνο Καραμπάγ.
Η κατάσταση αυτή είχε και συνεχίζει να έχει ως αποτέλεσμα την ανάλογη «διαπαιδαγώγηση» της τουρκικής κοινής γνώμης, η οποία αδυνατεί να αναγνωρίσει ότι το τουρκικό κράτος διέπραξε συστηματικά τη γενοκτονία των χριστιανικών λαών της Ανατολίας και την εξάλειψη των λαών αυτών από τις παραδοσιακές τους εστίες. Μάλιστα, όχι μόνον αδυνατεί, αλλά, η συντριπτική πλειονότητά της, όπως αποδεικνύεται από τις αντιδράσεις του ακαδημαϊκού κόσμου, των δημοσιογράφων και των απλών πολιτών στις πρόσφατες αναρτήσεις με αφορμή την μαύρη επέτειο της γενοκτονίας των Αρμενίων, στις 24 Απριλίου, διατείνεται ότι ήταν οι που Αρμένιοι διέπραξαν γενοκτονία εναντίον των Τούρκων.
Και ενώ συμβαίνουν αυτά, άκουσον άκουσον, ο Σύλλογος Τούρκων Ψυχολόγων (TPD) κάλεσε την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Συλλόγων Ψυχολόγων (EFPA) να αναλάβει δράση σχετικά με τις επιθέσεις του Ισραήλ στην Παλαιστίνη, τον Λίβανο και το Ιράν.
Το γεγονός ότι ένας επιστημονικός σύλλογος και μάλιστα σύλλογος ψυχολόγων, αντί να στραφεί προς την τουρκική κοινωνία, που ζει σε καθεστώς επικίνδυνου γενοκτονικού παραληρήματος, και να αναζητήσει λύσεις για να απαλλαγεί από αυτό το επικίνδυνο σύνδρομο, στρέφεται στην Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Συλλόγων Ψυχολόγων για να παρέμβει σε εγκλήματα που διεξάγει κάποιος άλλος, εν προκειμένω το Ισραήλ, αποτελεί ένα δείγμα της απειλής που συνιστά αυτή η χώρα με το κράτος, τις κυβερνήσεις, τα κόμματα, τον επιστημονικό κόσμο και τον λαό της για τους γειτονικούς λαούς και για την Ευρώπη.