Τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται σε στρατηγικό αδιέξοδο. Θέλει να τελειώνει με τον πόλεμο αλλά δεν γνωρίζει πώς. Δεν βρίσκει αξιοπρεπή οδό διαφυγής. Ούτε είχε σαφή στόχο όταν ξεκινούσε. Είναι τα δύο μεγάλα λάθη τα οποία πληρώνουν όσοι εμπλέκονται από αλαζονεία σε πολέμους.
Οι επιλογές του Τραμπ στενεύουν. Ζήτησε από ευρωπαϊκές χώρες να βοηθήσουν στα στενά του Ορμούζ αλλά πήρε την απάντηση πως ο πόλεμος δεν είναι δικός τους. Το ΝΑΤΟ δεν δείχνει διάθεση να εμπλακεί, η Ευρώπη κρατά αποστάσεις και στο εσωτερικό του αμερικανικού κρατικού μηχανισμού ακούγονται φωνές αμφισβήτησης για τη λογική και τον τελικό σκοπό της σύγκρουσης. Το βαθύ αμερικανικό κράτος ξυπνά.
Το πρώτο στοιχείο του αδιεξόδου είναι το ότι η ίδια η Αμερική άρχισε να αντιδρά. Ο πρώην επικεφαλής του Εθνικού Αντιτρομοκρατικού Κέντρου, Τζο Κεντ, που παραιτήθηκε, δήλωσε ότι κρίσιμες αντίθετες απόψεις δεν έφθασαν ποτέ στον πρόεδρο, ωστόσο πλέον ερευνάται από το FBI για διαρροές διαβαθμισμένων πληροφοριών. Παράλληλα, η διευθύντρια της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Τούλσι Γκάμπαρντ απέφυγε να επιβεβαιώσει δημοσίως ότι υπήρχε «άμεση» ιρανική απειλή. Αυτή η εικόνα αποκαλύπτει κενό μεταξύ πολιτικής ηγεσίας και τμημάτων του πληροφοριακού μηχανισμού.
Το αρχικό αφήγημα περί γρήγορης κάμψης του Ιράν δεν επιβεβαιώνεται. Αμερικανικές εκτιμήσεις έδειχναν ήδη από τις πρώτες ημέρες σοβαρό σκεπτικισμό για το αν ο πόλεμος θα μπορούσε να οδηγήσει σε αλλαγή καθεστώτος. Οι ίδιες πηγές ανέφεραν ότι δεν υπήρξαν αποσκιρτήσεις των Φρουρών της Επανάστασης ακόμη και μέσα στις μαζικές διαδηλώσεις του Ιανουαρίου, ενώ η επιβίωση του καθεστώτος εξακολουθεί να θεωρείται πιθανότερη από την κατάρρευσή του. Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον βομβαρδίζει με την πεποίθηση πια ότι η στρατιωτική πίεση πολύ δύσκολα να μεταφραστεί σε εσωτερική ανατροπή.
Αυτό αφορά και τις μειονότητες στο Ιράν. Στην Ουάσιγκτον και στο Ισραήλ καλλιεργήθηκε η ιδέα ότι η πίεση από αέρος θα μπορούσε να ανοίξει δρόμο για εσωτερικά ρήγματα, ιδίως στις κουρδικές περιοχές. Πράγματι, οι ΗΠΑ συζήτησαν με ιρανικές κουρδικές οργανώσεις το ενδεχόμενο επιχείρησης στο δυτικό Ιράν, ακόμη και με πιθανή υποστήριξη σε οπλισμό και πληροφορίες. Όμως οι ίδιοι οι Κούρδοι εμφανίστηκαν εξαιρετικά επιφυλακτικοί. Κούρδοι της Συρίας, επικαλούμενοι την εμπειρία της αμερικανικής εγκατάλειψης στη δική τους περίπτωση, προειδοποίησαν τους Ιρανούς ομοεθνείς τους να μην κινηθούν χωρίς «στέρεες, υπογεγραμμένες εγγυήσεις» από την Ουάσιγκτον. Τέτοιες εγγυήσεις δεν υπάρχουν. Άρα η εσωτερική πίεση την οποία ορισμένοι θεωρούσαν δεδομένη, δεν υπάρχει. Ούτε στις αζερικές περιοχές εμφανίζεται κάποια κινητικότητα. Ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν και ο δολοφονηθείς ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης Αλί Χαμενεΐ έχουν αζερική καταγωγή.
Δεν υπάρχει, έτσι προοπτική χερσαίας επέμβασης. Οι 2.000 πεζοναύτες που αποστέλλονται στην περιοχή θα δραστηριοποιηθούν, κυρίως, στα στενά του Ορμούζ , την περιοχή του Χαργκ, όπου διέρχεται το 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου.
Αμερικανική εισβολή στο ιρανικό έδαφος είναι, σχεδόν, αδύνατη, διότι το επιχειρησιακό περιβάλλον είναι εξ ορισμού δυσμενές. Οι αμερικανικές συζητήσεις αφορούν κυρίως ειδικές ή περιορισμένες αποστολές, όχι μια κλασική εισβολή κατοχής.
Ο αλαζόνας αμερικανός πρόεδρος προσπαθεί να διεθνοποιήσει το βάρος του πολέμου, αλλά προσκρούει σε τοίχο. Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απέρριψαν την αμερικανική πίεση για στρατιωτική συνδρομή στην επαναλειτουργία του Ορμούζ. Η Γερμανία δήλωσε ξεκάθαρα ότι δεν θα συμμετάσχει, επικαλούμενη έλλειψη εντολής από ΟΗΕ, ΕΕ ή ΝΑΤΟ. Ο ίδιος ο Τραμπ κατηγόρησε τους συμμάχους του ΝΑΤΟ ως «πολύ ανόητους», αλλά αυτή η ρητορική δείχνει περισσότερο ενόχληση παρά δυνατότητα επιβολής. Όταν ο ηγέτης της ισχυρότερης δύναμης του ΝΑΤΟ ζητεί βοήθεια και οι σύμμαχοι αποφεύγουν να προσέλθουν, το πρόβλημα είναι στρατηγικό, όχι επικοινωνιακό.
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ είναι και η πιο απτή απόδειξη ότι ο πόλεμος δεν εξελίσσεται όπως θα ήθελε ο Λευκός Οίκος. Περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και LNG περνά από εκεί, ενώ ο πόλεμος έχει εγκλωβίσει χιλιάδες ναυτικούς και εκατοντάδες πλοία.
Η Ελλάδα έχει άμεσο λόγο ανησυχίας: διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους εμπορικούς στόλους στον κόσμο και ήδη η Αθήνα ζητεί «διαρκή λύση» για την ελευθερία της ναυσιπλοΐας.
Υπάρχει, όμως, και μια άλλη ελληνική ανάμιξη, αφελής, την οποία οι κυβερνητικές δηλώσεις κάνουν επικίνδυνη. Η Ελλάδα δεν έχει εισέλθει στον πόλεμο ως πλήρες εμπόλεμο μέρος, όμως η αναχαίτιση ιρανικών πυραύλων κατά τη Σαουδικής Αραβίας από ελληνική συστοιχία Patriot συνιστά μορφή περιορισμένης στρατιωτικής εμπλοκής. Πρόκειται για αμυντική και όχι επιθετική ενέργεια, αλλά πάντως για επιχειρησιακή συμμετοχή υπέρ ενός από τα μέρη που δέχονται επίθεση. Η προσπάθεια της κυβέρνησης να προβληθεί το γεγονός δημιουργεί σοβαρά προβλήματα. Άλλος έπρεπε να είναι ο χειρισμός της υπόθεσης την στιγμή που όλες οι ευρωπαϊκές χώρες και το ΝΑΤΟ δηλώνουν πως αυτός ο πόλεμος δεν είναι δικός τους.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, η δολοφονία του Αλί Λαριτζανί μπορεί να αποδειχθεί στρατηγικά σημαντική. Ο Λαριτζανί ήταν από τους λίγους ανθρώπους του ιρανικού συστήματος με κύρος στους κληρικούς, διασυνδέσεις με τους Φρουρούς, εμπειρία στις πυρηνικές διαπραγματεύσεις και φήμη πραγματιστή. Η απώλειά του συρρικνώνει την ομάδα των προσώπων που μπορούσαν να μεταφράσουν το πεδίο της μάχης σε πολιτική στρατηγική και να κρατήσουν ανοιχτή κάποια ευελιξία στις αποφάσεις της Τεχεράνης.
Ο Τραμπ αναζητά μια αξιοπρεπή έξοδο, αλλά συνεχίζει να μιλά και να κινείται σαν να φοβάται περισσότερο την εικόνα της υποχώρησης παρά τον κίνδυνο της επέκτασης. Το Ισραήλ δείχνει να έχει μεγαλύτερη ανοχή στη συνέχιση του πολέμου από ό,τι ο Λευκός Οίκος. Οι αμερικανικές υπηρεσίες δεν μιλούν όλες με μία φωνή. Οι σύμμαχοι δεν ακολουθούν. Οι Κούρδοι δεν εμπιστεύονται. Και το Ιράν, παρά τα πλήγματα, δεν κατέρρευσε. Όλα αυτά σημαίνουν αδιέξοδο με ανοιχτή την πόρτα της κλιμάκωσης.