Μετά από τις εκκλήσεις του πρωθυπουργού, όλοι οι Έλληνες, με ένα στόμα και μια ψυχή, αποφάσισαν να κόψουν το ρουσφέτι, για μία ακόμη φορά στην ιστορία του έθνους.
«Αν ξαναπάω σε βουλευτικό γραφείο και ζητήσω χάρη, να μου ψοφήσουνε τα πρόβατα», είπαν οι κτηνοτρόφοι.
«Τα πρόβατα το ξέρουν;», σχολίασαν οι γυναίκες τους.
«Το εννοούμε αυτό που λέμε», επέμεναν οι αγρότες. «Ορκιζόμαστε στις γυναίκες μας».
«Ορκιστείτε σε τίποτε άλλο», απάντησαν εκείνες.
«Δεν θα ξαναζητήσουμε προαγωγή και ευνοϊκή μετάθεση», διατράνωσαν οι δημόσιοι υπάλληλοι. «Κανείς βουλευτής δεν θα ξανακούσει παράπονό μας».
«Με ελιές και ξερό ψωμί θα ζούμε, αλλά το κούτελό μας θα μείνει καθαρό», είπαν οι επιχειρηματίες. «Έχουμε κούτελο εμείς!» (στο σημείο αυτό, συνήθως οι αρθρογράφοι αναφέρουν τι μπορεί να φυτρώνει σε ένα κούτελο, αλλά η στήλη θεωρεί το αστείο ευτελές και το παρακάμπτει).
Μετά από τους μαζικούς όρκους των παραγωγικών τάξεων, στους οποίους συμμετείχαν εργάτες, βιοτέχνες, βιομήχανοι, εισοδηματίες, φοιτητές και γενικώς οι μη προνομιούχοι Έλληνες, έπεσε στην Ελλάδα ρουσφετικός περονόσπορος. Κανείς δεν επισκεπτόταν πλέον τα βουλευτικά γραφεία. Κανείς δεν τηλεφωνούσε. Ούτε καν ένα email. Ούτε ένας διορισμός.
Πέρασε μια μέρα, πέρασαν δύο μέρες, πέρασε ένας μήνας. Οι βουλευτές απελπίστηκαν.
«Τι θα κάνουμε τώρα;», άρχισαν να ρωτάνε ο ένας τον άλλον. «Πώς θα περνάει η μέρα μας;»,.
«Πώς θα μαζέψουμε σταυρούς χωρίς ρουσφέτια;», αναρωτήθηκαν μερικοί.
«Αμ’ το χειρότερο;», είπε ένας τρίτος, που είχε να φανεί καιρό στη Βουλή και οι συνάδελφοί του δεν θυμούνταν πια το όνομά του. «Άμα δεν τρέχουμε στα υπουργεία για ρουσφέτια, σκεφτήκατε ότι πρέπει να πηγαίνουμε στις συνεδριάσεις;».
«Στις συνεδριάσεις;», φώναξε έντρομος ο βουλευτής Κοπάνας. «Μα μόνον η Ζωή πηγαίνει εκεί».
«Αμάν, μας έκαψες, αδελφέ», φώναξαν όλοι μαζί. «Καλά τα άδεια γραφεία, καλά τα σιωπηλά τηλέφωνα, καλά οι γυναίκες μας που αυτές τις μέρες μας είδαν στα σπίτια μας και απόρησαν ποιοι είμαστε, αλλά να πηγαίνουμε στις συνεδριάσεις μόνοι με τη Ζωή, πάει πολύ».
«Και η υπνηλία; Ρώτησε ο βουλευτής Ροχάλογλου. «Σκέψου να πρέπει να ακούμε επί δίωρο τον Ανδρουλάκη και καπάκι τον Φάμελο».
Μια μουρμούρα γέμισε το καφενείο της Βουλής. Ύστερα κάποιος είπε:
«Συνάδελφοι! Τα κοινοβουλευτικά ήθη κινδυνεύουν. Χωρίς ρουσφέτια, ποια σαγήνη θα έχει η κάλπη; Η αποχή θα φτάσει 90%».
«Απαράδεκτο», φώναξαν μερικοί άλλοι.
«Δη-μο-κρα-τία, δη-μο-κρα-τία», φώναξε ο βουλευτής Κοπάνας.
«Δεν περ-νά-ει-ο-φα-σι-σμός», φώναξαν και οι υπόλοιποι.
«Να συγκαλέσουμε αμέσως συνεδρίαση της Βουλής. Πού είναι ο πρόεδρος Κακλαμάνης;».
«Τώρα έρχεται», είπαν οι γραμματείς. «Φοράει τις ειδικές τρουακάρ κάλτσες του για την ψηφοφορία μομφής».
«Φωνάξτε και τον Μητσοτάκη», ψιθύρισε μέσα από τον ύπνο του ο Ροχάλογλου. «Ή θα επιτρέψει ρουσφέτι ή τον ρίχνουμε».
«Ένα ρουσφετάκι με τον Μακάριο να τελειώσει κι έρχεται αμέσως», διαβεβαίωσε η γραμματέας.