Συχνά ακούγεται :«Τα έχουν όλα, δεν τους λείπει τίποτα», «τα κακομαθημένα», «τα μη μου άπτου», κλπ. Και τα συγκρίνουν, οι μεγαλύτεροι, με τον εαυτό τους, όταν βρίσκονταν εκείνοι στην ηλικία τους. Σε παλιότερο άρθρο μας σημειώναμε ότι τα παιδιά μας φωνάζουν αλλά εμείς δεν τ΄ ακούμε. Το σχολείο εξετασιοκεντρικό, δεν έχει χρόνο για διάλογο, οι γονείς κουρασμένοι δεν έχουν διάθεση για κουβέντα, τα οράματα των εφήβων μη πραγματοποιήσιμα.
Τί φταίει λοιπόν και δεκαεφτάχρονα παιδιά οδηγούνται στην αυτοχειρία; Δεν υπάρχει μια απάντηση. Κανένα παιδί δεν φεύγει από τη ζωή για έναν μόνο λόγο. Η αυτοκτονία ενός εφήβου είναι συνήθως το τελευταίο σημείο μιας αόρατης διαδρομής: μοναξιά, πίεση, φόβος, αίσθηση αποτυχίας, σιωπή. Ο καθηγητής μας Ανδρέας Μιχαηλίδης-Νουάρος, στο βιβλίο του « Έφηβοι και Παιδεία» Θεσσαλονίκη 1978, αναφέρει στη σελ. 188 « ένα μικρό ποσοστό εφήβων είναι αρκετά πιθανό να παρουσιάσει νοσηρές καταστάσεις : νευρική υπερκόπωση, απόπειρα αυτοκτονίας, εκδηλώσεις τεντιμποϊσμού, αλητείας, αλκοολισμού κλπ.» Και εμείς θα προσθέταμε ότι όλα αυτά κρύβονται πίσω από τρανταχτά γέλια, πίσω από παραβατικές συμπεριφορές, πίσω από ένα «είμαι καλά».
Η ηλικία των δεκαεπτά είναι παράξενη και σκληρή. Το παιδί δεν είναι πια παιδί, αλλά ούτε και ενήλικας. Ζει ανάμεσα σε δύο κόσμους. Από τη μία, η απαίτηση να αποφασίσει για το μέλλον του κι από την άλλη, η εσωτερική του θύελλα που ακόμη δεν ξέρει να διαχειρίζεται. Οι εξετάσεις, η σύγκριση, η ανάγκη αποδοχής, η απόρριψη, ο σχολικός εκφοβισμός, η οικονομική ή οικογενειακή πίεση, και φυσικά η αδιάκοπη έκθεση στα κοινωνικά δίκτυα, μπορούν να μετατρέψουν μια ευάλωτη ψυχή σε σιωπή χωρίς χαραμάδα.
Πολλοί ενήλικες δυσκολεύονται να καταλάβουν πως ο πόνος ενός έφηβου δεν είναι «περαστικός». Για έναν νέο άνθρωπο, μια αποτυχία μοιάζει οριστική, μια απόρριψη αβάσταχτη, μια ταπείνωση αιώνια. Εκεί όπου ο ώριμος άνθρωπος βλέπει μια δύσκολη περίοδο, ο έφηβος μπορεί να βλέπει το τέλος του κόσμου του.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό: η έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας. Τα παιδιά μιλούν διαρκώς, αλλά σπάνια ακούγονται. Πολλές φορές μεγαλώνουν μέσα σε σπίτια με οθόνες, όχι με αγάπης βλέμματα και συμβουλές, όχι με κατανόηση. Κι έτσι μαθαίνουν να κρύβουν τη θλίψη τους για να μη θεωρηθούν αδύναμα ή «υπερβολικά».
Η κοινωνία επίσης συχνά απαιτεί από τους νέους να είναι επιτυχημένοι πριν ακόμη προλάβουν να γνωρίσουν τον εαυτό τους. Να έχουν στόχους, επιδόσεις, αυτοπεποίθηση, εικόνα. Μα δεν κατανοεί ότι η ψυχή του έφηβου θέλει χώρο και χρόνο να ανασάνει και δεν μπορεί να ανθίσει κάτω από διαρκή αξιολόγηση.
Γι’ αυτό, όταν ένα δεκαεπτάχρονο παιδί αυτοκτονεί, δεν αποτυγχάνει μόνο το ίδιο απέναντι στη ζωή. Αποτυγχάνει και ο κόσμος των ενηλίκων να διακρίνει εγκαίρως την κραυγή του. Την απελπισμένη φωνή του να τελειώσει ένας πόνος που κανείς δεν βλέπει.
Το ερώτημα λοιπόν, δεν είναι μόνο γιατί αυτοκτονούν τα παιδιά, αλλά πόσο πραγματικά τα ακούμε πριν προβούν στην απονενοημένη αυτή πράξη. Κάθε έφηβος χρειάζεται έναν άνθρωπο που να τον κοιτά χωρίς κρίση και να του λέει: «Μίλησέ μου. Ακόμη κι αν δεν βρίσκεις λέξεις, μείνε. Θα τις βρούμε μαζί.» Και ίσως εκεί — σε μια τέτοια απλή, ανθρώπινη παρουσία — να αρχίζει η σωτηρία.